ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Πήγαμε και είδαμε: Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια

WIZ TEAM

Της Αργυρώς Τουμάζου

Η κεντρική σκηνή του ΘΟΚ επιμένει αυτή τη σεζόν στη θεματική της ερωτικής απελευθέρωσης των γυναικών. Πρώτα η Ιψενική «Κυρά της θάλασσας», που αξιώνει το δικαίωμα της επιλογής έρως-γάμος κι ας συμβιβάζεται στην πράξη, και τώρα η διάσημη Ελληνίδα «Στέλλα» του Καμπανέλλη που δίνει τη ζωή της για την αυτοδιάθεσή της. Δεν ξέρω για σας τους νεότερους, αλλά προσωπικά βρήκα μάλλον ξεπερασμένες τις δύο επιλογές έργων τέτοια εποχή, κι ας θεωρούνται κλασικοί οι συγγραφείς τους. Ειδικά η επιλογή της «Στέλλας», ενός από τα νεανικά θεατρικά του Καμπανέλλη, που η ταινία του Κακογιάννη το 1955 με τους εμβληματικούς Μερκούρη, Φούντα, Βέμπο, Χατζιδάκη, Τσιτσάνη, Τσαρούχη, ξεπέρασε κατά πολύ.
 
Η μεταπολεμική Στέλλα, λοιπόν, η αρχετυπικά ασυμβίβαστη γυναίκα, σαν άλλη Κάρμεν, προτιμά να τραγουδά σε φτωχοταβέρνα παρά να στεριώνει εραστή. Για γάμο, ούτε λόγος. Κι ας το υπόσχεται στον αγαπημένο της νταλικέρη, που όμως δεν αστειεύεται και ούτε αυτοκτονεί όπως τον προηγούμενο. «Στέλλα κρατάω μαχαίρι» ήταν η μνημειώδης του ατάκα-ενθύμιο της ταινίας που μας στοίχειωνε για χρόνια… Όχι όμως εδώ.
 
Μακριά από ρεμπετομαχαλάδες, η παράσταση του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, στήνεται ως ένα φαντασμαγορικό μουσικό δράμα. Αφαιρετικό σκηνικό λοιπόν (Ε.Κοτασβήλι-Α.Βαγιανός),  με ανασηκωμένα πάλκα για τα εντυπωσιακά σόλα και αχαρακτήριστα, μάλλον χοντροκομμένα τραπέζια-καρέκλες να πλαισιώνουν το μπαρ-καμπαρέ. Εξτράβαγκαντ φωτισμοί που ανεβοκατεβαίνουν και πίσω σαν ντεκόρ, πότε οι προβολείς του φορτηγού και πότε του φεγγαριού, πότε γεμάτο και πότε μισό (Γ.Κουκουμάς). Μπροστά-μπροστά βέβαια, στον χώρο της ορχήστρας, ένα πιάνο που συνδράμει στο θέαμα χολιγουντιανού μιούζικαλ, που εδώ επενδύεται μουσικά με τον ερωτικό Σταμάτη Κραουνάκη να αυτοσχεδιάζει στις γνωστές του μελωδίες, σε λυρικότατους στίχους για τις χάρες και τα βάσανα του έρωτα από Κραουνάκη-Αρβανιτάκη.
 
Πιανίστας ο ηθοποιός Πέτρος Γιωρκάτζης αλλά κι’ όλη η λίγο κωμική παρέα του, η χιουμοριστική φιγούρα του Γιάννη Μίνωα, αλλά και Ηρόδοτος Μιλτιάδους και Γιώργος Ευαγόρου, που μεταξύ ερμηνειών συνοδεύουν στ’ άλλα όργανα μαζί με φωνητικά, αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές δυνατότητές τους. Κεντρικό θέμα βέβαια οι δύο lead-singers, τραγουδίστριες του μπαρ, Στέλλα και Αννέτα των Κίκα Γεωργίου και Ελένη Σιδερά αντίστοιχα, να τα δίνουν όλα, μέσα στις λαμπερές τουαλέτες και σαγηνευτικές φιγούρες τους αλ’ αμερικέν. Δίπλα τους τα αρσενικά να ωχριούν, ακόμα κι ο φουσκωμένος με μαγκιά νταλικέρης του Ελλαδίτη Παναγιώτη Μπουγιούρη. Αντίθετα, η τραχιά καμπαρετζού Μαρία, της Έρικας Μπεγέτη να επιμένει με μεταξωτά κιμονό και κτενίσματα γκέισας (κουστούμια Κ. Ανδρέου) έναντι στο κλασικό ταγεράκι της Ελληνίδας μάνας της Ιωάννας Σιαφκάλη. Και σαν να μην έφταναν ήδη όλα τα πιο πάνω, για ένα άκομψο κι επιφανειακό μιξάζ είδους και ύφους, η σκηνοθεσία επινόησε επιπλέον το περίεργα ανάποδο τέχνασμα των υπερτίτλων σε μερικές σκηνές, όπου η κουβέντα που γίνεται μιμητικά στο περιθώριο, και μάλιστα την ώρα ενός από τα σέξι τραγουδιστικά σόλα της Στέλλας, διασπώντας την προσοχή με ασήμαντο διάλογο…
 
Ένιωσα την μουσική φανφάρα να πολεμάει με μελοδραματική φλυαρία και αμήχανη έως κακόγουστη κίνηση. Η παράσταση κυλούσε αργά, με κοιλιές, πλαδαρές ερμηνείες βάσει μανιέρας, και μουσικές που δεν υπερέβαιναν το κέλυφος. Και δράμα ελάχιστο, βία καμία…