Loading...
Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, δεν παύουν να μας διασκεδάζουν, να μας συγκινούν και, κυρίως, να μας θυμίζουν κάτι από τον ίδιο μας τον εαυτό. Μία από αυτές είναι αναμφίβολα το «Δε γυνή να φοβήται τον άντρα», η αγαπημένη ιστορία του Αντωνάκη και της Ελένης, που έχει μεγαλώσει γενιές και παραμένει μέχρι σήμερα διαχρονική.
Αυτή τη φορά, η γνωστή ιστορία επιστρέφει στη σκηνή μέσα από τη ματιά του Βασίλη Π. Χατζηστυλλή, φιλολόγου, θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη, και της πολυβραβευμένης ερασιτεχνικής θεατρικής ομάδας «Αντι-Δρώντες». Ένα έργο που όλοι γνωρίζουμε, αλλά που κάθε νέα θεατρική προσέγγιση μπορεί να μας κάνει να το δούμε με διαφορετικό μάτι.
Ο Βασίλης Χατζηστυλλής έχει εδώ και χρόνια συνδέσει το όνομά του με το θέατρο και την πολιτιστική ζωή του Αγίου Δομετίου, υπηρετώντας με συνέπεια και αγάπη το ερασιτεχνικό θέατρο. Με αφορμή τη νέα παράσταση, συζητήσαμε μαζί του για την επιλογή του έργου, τη δική του σκηνοθετική ματιά, τις σχέσεις των ηρώων, αλλά και για το πώς μια ιστορία γραμμένη σε μια άλλη εποχή μπορεί να συνομιλήσει με το σήμερα.
Μια συζήτηση για το θέατρο, τις σχέσεις, τον γάμο, τις ανθρώπινες αδυναμίες και όλα εκείνα που κάνουν το «Δε γυνή να φοβήται τον άντρα» τόσο διαχρονικό.
Γιατί επέλεξες το συγκεκριμένο έργο για τη νέα παραγωγή των Αντιδρώντων;
Αγαπώ ιδιαιτέρως τον ελληνικό κινηματογράφο και την αυθεντική, με την έννοια μιας πολύ αλλιώτικης ανθρωποσύνης, εποχή που κουβαλά μέσα του. Κάποιοι τον κατηγορούν για επιτηδευμένη ωραιοποίηση της πραγματικότητας. Αντιθέτως, θεωρώ πως ο ελληνικός κινηματογράφος δεν προσπαθεί να εξωραΐσει την πραγματικότητα ή να κρύψει επιμελώς την ασχήμια της. Φέρει απλώς τη στόφα ενός πολύ κομψού και γλυκύ ρομαντισμού που μας έχει πια τελειώσει και, δυστυχώς, έχει παρέλθει χωρίς επιστροφή.
Πόσο επίκαιρο πιστεύεις ότι παραμένει το μήνυμα του έργου σήμερα;
Το μήνυμα του έργου παραμένει εξαιρετικά διαχρονικό και επίκαιρο, αφού πολύ λίγο έχει αλλάξει ο άνθρωπος από τότε. Δεν είναι οι εποχές που ευθύνονται, δεν είναι οι εποχές που δρουν, δεν είναι οι εποχές που αλλοιώνουν, δεν είναι οι εποχές που φθείρουν. Ο άνθρωπος ήταν και παραμένει ο κύριος ρυθμιστής κάθε επιτέλεσης, συλλογικής ή ατομικής, μα και της κάθε στάσης του απέναντι στην ίδια τη ζωή και το Άλλον.
Τι ήταν αυτό που σε γοήτευσε περισσότερο ως σκηνοθέτη;
Η αδήριτη ανάγκη για τρυφερότητα που ενυπάρχει καλά κρυμμένη στο έργο.
Θα δούμε μια παράσταση πιστή στο πρωτότυπο ή με σύγχρονες σκηνοθετικές πινελιές;
Η παράσταση επένδυσε, μέσα από τη σκηνογραφική της προσέγγιση, στον σκηνικό χώρο της αυλής. Η απώλεια της αυλής και της γειτονιάς σήμανε, δυστυχώς, την απώλεια της αισθητικής μας, μαζί και την απώλεια της συλλογικότητάς μας: δεν έχουμε πια «σκηνικό χώρο» να συναντηθούμε πρώτα και πάνω από όλα ως άνθρωποι. Και τούτο είναι πέρα για πέρα τραυματικό, δυστοπικό και δυσοίωνο.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη σκηνοθεσία ενός τόσο αγαπημένου έργου;
Να γυρίσουμε, χέρι με χέρι, σε μια χαμένη εποχή νοσταλγίας, προσμονής και αθωότητας.
Πώς ισορροπείς ανάμεσα στον σεβασμό προς το κλασικό έργο και την ανάγκη για μια φρέσκια ματιά;
Η σκηνοθεσία δεν πρέπει να παραμένει εγκλωβισμένη στο κλασικό έργο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν το σέβεται. Υπάρχει μια φρέσκια ματιά η οποία και βασίζεται, κυρίως, στη συλλογική επιτέλεση της αυλής και της γειτονιάς, με ό,τι ετούτες περιλαμβάνουν, παρά το γεγονός ότι το έργο θέτει ως υπόβαθρό του τις στερεοτυπικές αντιλήψεις των φύλων. Προφανώς, η κοινή γνώμη και οι επιταγές της αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της όποιας συλλογικής επιτέλεσης και του κοινωνικού γίγνεσθαι. Άλλωστε, μέσα στο πλαίσιο της κοινότητας και της «γειτονιάς» είναι που διαμορφώνεται και αλληλοεπιδρά η κοινή γνώμη με τις όποιες προσεγγίσεις της.
Τι θέλεις να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση;
Την ανάγκη της ανθρώπινης προσμονής που τόσο βαριά, σχεδόν ξεδιάντροπα, την έχουμε τσιμεντώσει και που τόσο βαθιά μας έχει λείψει.
Ποια είναι τα δυνατά σημεία των Αντιδρώντων;
Συλλογικότητα, πειθαρχία, ανάγκη και δίψα για μοίρασμα, καθώς και για τη συνάντησή μας, πρώτα και πάνω από όλα ως άνθρωποι.
Τι σε εντυπωσίασε περισσότερο στους ηθοποιούς κατά τη διάρκεια των προβών;
Η συγκινητική και η εμπνευσμένη προσήλωσή τους στις ατμόσφαιρες του έργου. Τούτο αποτέλεσε για μένα μια διαρκή και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης.
Πώς εξελίχθηκε η ομάδα από την πρώτη πρόβα μέχρι σήμερα;
Πήραμε μερικές χάρτινες σελίδες και φτιάξαμε έναν πολύχρωμο καμβά. Ύστερα, απάνω σε ετούτον τον καμβά, γεννήθηκε ένα ολόκληρο νοσταλγικό σύμπαν. Ας είχαμε την τύχη να παραμείνουμε μέσα στη μαγεία του για όσο περισσότερο μπορούμε.
Πώς προσέγγισες τη σχέση του Αντώνη και της Ελένης;
Με τρυφερότητα όπως αρμόζει στον έρωτα και στην αγάπη. Ο έρωτας είναι νοσταλγία και πάθος, μα η αγάπη είναι η τροφή, η προσδοκία και η μόνη μοίρα του ανθρώπου.
Πιστεύεις ότι οι χαρακτήρες αυτοί εξακολουθούν να αντικατοπτρίζουν σχέσεις της σύγχρονης κοινωνίας;
Θεωρώ πως τα στερεοτυπικά ζητήματα των φύλων εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι και τις μέρες μας, κλυδωνίζοντας πολλές φορές τα θεμέλια της κοινωνικής συνοχής. Δεν ξέρω, μάλιστα, πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα από τότε, παρά τη φαινομενική «πρόοδο» των ανθρώπινων κοινωνιών. Έχω την αίσθηση, και τούτο είναι τρομακτικό, πως πολύ λίγη πρόοδος έχει επισυμβεί στις ιδέες, στις στάσεις και στις προσεγγίσεις μας. Γιατί, ναι, πάνω από όλα γκρέμισμα θέλουν τα σύνορα στα μυαλά και στις ψυχές των ανθρώπων.
Ποιος χαρακτήρας θεωρείς ότι κρύβει τις περισσότερες εκπλήξεις;
Πιστεύω πως, όλοι ανεξαιρέτως οι χαρακτήρες του Τζαβέλλα, περιπατούν από την αρχή μέχρι και το τέλος του έργου σε έναν φωτεινό καμβά που, παρά τη φαινομενική δέσμευσή τους από τα στερεότυπα και τις κοινωνικές επιταγές της εποχής και παρά την αφορμή, το πρόσχημα ή το «προσωρινό» διακύβευμα που δημιουργεί ο τίτλος «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», τούς επιτρέπει να διαθέτουν, ο καθείς ξεχωριστά, τη δική του κλιμάκωση.
Υπάρχει κάποια σκηνή που θεωρείς «κλειδί» για όλη την παράσταση;
Θα επέλεγα τη μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη πράξη του έργου. Σε αυτό το σημείο, υπεισέρχεται αιφνιδιαστικά μια ολότελα αλλιώτικη υποκριτική, μέσα από την ανατροπή των στερεοτύπων, παρά την επιτηδευμένη προσπάθεια του Τζαβέλλα να δημιουργήσει μέσα από τον ευρηματικό τίτλο του έργου του, έστω προσωρινά, ποικίλες προσδοκίες ή και ψευδαισθήσεις τις οποίες και ανατρέπει εύστοχα και, σχεδόν, εκκωφαντικά.
Τι θα έλεγες σε κάποιον που γνωρίζει μόνο την κινηματογραφική ταινία για να έρθει να δει τη θεατρική εκδοχή;
Να απολαύσει το γέλιο, τις παύσεις και τις ανάσες της μαγικής θεατρικής πλατείας.
Αν μπορούσες να συνοψίσεις αυτή την παράσταση σε μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν και γιατί;
Προσμονή. Αυτή τη γλυκιά προσμονή που χάσαμε ολότελα, επειδή όλο και βιαζόμαστε να φτάσουμε κάπου. Κινούμαστε μηχανικά στον κόσμο της τεχνητής παραφροσύνης, όπου το συναίσθημα και το μοίρασμα συνθλίβονται μέσα στην ιλιγγιώδη ταχύτητα του «εγώ» μας, μέσα στη σκληρότητα και την άγονη πια συνθήκη του κόσμου. Το έργο του Τζαβέλλα μάς υπενθυμίζει πως μπορούμε να αγαπάμε τους άλλους, χωρίς να τρέχουμε σαν τρελοί, πως μπορούμε να αγαπηθούμε, χωρίς να βιαζόμαστε να φτάσουμε κάπου, πως μπορούμε να προσμένουμε χωρίς όρους και να πλάθουμε, όσο πιο τρυφερά, εκείνη τη γλυκόπικρη ιστορία των συναντήσεών μας που τη λέμε «ζωή». Πως δεν είναι δα και τόσο κακό πια να έχουμε κάτι να περιμένουμε…
Ποιο είναι το μεγαλύτερο στοίχημα αυτής της παραγωγής για εσένα;
Να κάνουμε όλοι μαζί μια «επανάσταση της τρυφερότητας», όπως θα έλεγε ο αγαπημένος Χρόνης Μίσσιος. Χωρίς την τρυφερότητα, οδηγούμαστε πια, με μαθηματική ακρίβεια, στη μοναξιά, στο τέλμα και στη φθορά. Ο άνθρωπος είναι γεννημένος για να αγαπά και να αγαπιέται. Μόνο που για να συμβεί ετούτο το θαύμα της αγάπης, θα πρέπει, το δίχως άλλο, να απαλλαγούμε από τις εμμονές και τον κακό εαυτό μας που όλο και περισσότερο πια αδυνατεί να βρει χαραμάδες για να κοιτάξει λιγάκι το «μέσα» των άλλων, για να κοιτάξει έστω λίγο πιο πέρα από το κλουβί και την ασυγχώρητη ιδιοτέλειά του.
Τι θα ήθελες να πεις στο κοινό που θα βρεθεί στο Σατιρικό τον Οκτώβριο;
Να ξαναπιάσει τη μαγκιά του «εμείς» και να βρει έστω λίγη από τη χαμένη του αθωότητα.
Ποια είναι η μεγαλύτερη ευχή σου για αυτή την παραγωγή;
Να ταξιδέψει και να αγγίξει τις καρδιές όλων όσοι μπορούν ακόμα να αισθάνονται και να συναισθάνονται. Να μπολιάσει τις ψυχές μας με τη λαχτάρα και την προσδοκία της αγάπης που χάνουμε μέσα στον ορυμαγδό και τη δίνη της εξουθενωτικής, μα και της άνυδρής μας πια καθημερινότητας. Η τρυφερή ιστορία του Αντωνάκη και της Ελενίτσας Κοκοβίκου μπορεί ακόμα να συγκινεί, γιατί την όποια στερεοτυπική πάλη των φύλων, αισιοδοξώ πως θα την υπερβαίνει πάντοτε η αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου να συνθέσει, να συνυπάρξει και να συμπορευτεί.
Υπάρχουν ήδη σχέδια για την επόμενη θεατρική πρόκληση των Αντιδρώντων;
Βεβαίως. Προχωράμε με σταθερά βήματα μπροστά. Αρχικά, συστήνουμε φέτος, με πολύ μεγάλη χαρά, την Παιδική (Επαγγελματική) Σκηνή της Θεατρικής Ομάδας Αντι-Δρώντες, στο πλαίσιο της σημαντικής συνεργασίας μας με τον Επίτροπο Επικοινωνιών και την Αρχή Ψηφιακής Ασφάλειας. Επιπρόσθετα, στόχος είναι να ταξιδέψουμε την εν λόγω Θεατρική μας Παραγωγή και κατά το επόμενο Πολιτιστικό Έτος 2027. Τέλος, εφόσον διανύουμε πια τον δέκατο τρίτο χρόνο μας στο Φως, αρχίζουμε, με τους ακούραστους και εξαίρετους συνεργάτες μου, τον ολοκληρωμένο σχεδιασμό, καθώς και την προεργασία μας για τα δεκαπεντάχρονα της Ομάδας μας.
Πληροφορίες για την απράσταση ΕΔΩ