ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Η κυπριακή ταβέρνα που δεν είναι και τόσο κυπριακή

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Κάθε φορά που φεύγεις από ένα εστιατόριο κι αφού έχεις πληρώσει για αυτό που μόλις έφαγες, πάντα κάνεις δυο-τρεις ερωτήσεις στον εαυτό σου -ή τουλάχιστον αυτό θα έπρεπε να γίνεται.

Άξιζαν τα ΧΨ λεφτά που δώσαμε γι’ αυτό που ήρθε στο τραπέζι μας; Θα ερχόμουν ξανά εδώ; Θα μιλούσα σε φίλους για την εμπειρία μου και θα τους πρότεινα το μέρος;

Πέραν από το ότι σε ένα εστιατόριο (ή σε ταβέρνα, για να δικαιολογήσουμε και τον τίτλο) θα πας για το προφανές, για να ξεδώσεις δηλαδή και να σβήσεις την πείνα σου, συνήθως με καμιά 15ριά διαφορετικά μεζεδάκια, είναι πολλές οι παράμετροι που πρέπει να προσμετρήσεις για να δώσεις απαντήσεις στα πιο πάνω καυτά ερωτήματα, που διαχρονικά βασανίζουν την ανθρωπότητα.

Η εμπειρία, για να είναι θετική, θα πρέπει να αποτελείται από ποικίλα συστατικά, όπως η καλή εξυπηρέτηση, η σπιρτάδα, η ποιότητα του φαγητού, η συνέπεια του χώρου απέναντι σε αυτό που πρεσβεύει και αυτό που διαφημίζει ότι προσφέρει.

Φτάνοντας, για παράδειγμα, σε μια ταβέρνα, αναμένεις τουλάχιστον ότι θα απολαύσεις πιάτα που ποντάρουν στην παράδοση και στη φρεσκάδα των υλικών, με επιλογές σχάρας, κατσαρόλας, ενίοτε και πιάτα στο τηγάνι ή στον φούρνο.

Αναμένεις τουλάχιστον ότι οι τηγανιτές πατάτες θα είναι φρέσκες, αναμένεις ότι τα dips θα είναι σπιτικά και φτιαγμένα της ώρας, αναμένεις ότι η σαλάτα δεν θα είναι «μαραζωμένη», αναμένεις ότι τα €18 ανά άτομο που θα πληρώσεις θα ανταποκρίνονται ποιοτικά (γιατί όχι και ποσοτικά;) στον μεζέ.

Στις μέρες μας, πολλές ταβέρνες τολμούν να εξελίξουν τον μεζέ τους, προσθέτοντας ένα twist στις παραδοσιακές συνταγές, αναγάγοντας έτσι τις κλασσικές γεύσεις σε κάτι πιο σπέσιαλ. Και καλά κάνουν.

Όταν όμως επιλέγεις να μείνεις στα κλασσικά όπως το παϊδάκι, η σεφταλιά, η τσακιστή ελιά και τα κολοκυθάκια με αυγά (επίσης καλά κάνεις), θα πρέπει τουλάχιστον να διασφαλίσεις ότι θα το κάνεις σωστά, εκτιμώντας και το τελευταίο σεντ που ξοδεύουν οι πελάτες σου οι οποίοι ήρθαν για να σε στηρίξουν, αλλά κυρίως να περάσουν καλά.

Δεν νοείται σε μια ταβέρνα που το ντεκόρ της ή το όνομά της παραπέμπει στην Κύπρο των παππούδων μας, να σερβίρονται πιάτα με συνταγές που λατρεύουν τη φρέσκια κρέμα ή πιάτα που τα βρίσκεις και σε ένα τυχαίο φαστφουντάδικο στην πόλη. Ή δεν νοείται σε μια ταβέρνα να προσφέρονται ως επιλογή στο μενού πράγματα όπως burgers, nuggets και καρμπονάρες, τα οποία σχεδόν πάντα συνοδεύει η πολύ καλή δικαιολογία «αφού τα ζητά ο κόσμος». Δεν θέλουμε μενού με... απ' όλα, αλλά μενού που αποτελούν μια ενδιαφέρουσα πρόταση από τους σεφ/ιδιοκτήτες.

Αυτό φυσικά δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από τη δική μου, καθαρά υποκειμενική άποψη, η οποία πηγάζει από την αντίληψη δύο πραγμάτων. Πρώτον, αυτός που θέλει «χάμπουργκερ» ας το βρει αλλού και όχι στην ταβέρνα και δεύτερο, με τη λογική του «λίγο απ' όλα και όπως να 'ναι» δύσκολα θα περάσεις ξεκάθαρο μήνυμα για την ταυτότητά σου και συνεπώς για το φαγητό που προσφέρεις.

Ποιος δεν θα επιστρέψει ξανά και ξανά και ποιος δεν θα κάνει word-of-mouth διαφήμιση σε μια ταβέρνα που έχει σπιτικές της ώρας αλοιφές, προζυμένιο ψωμί, τραγανές και με μυρωδάτο κόλιανδρο τσακιστές ελιές, φρεσκοψημένα κρέατα στη σχάρα, σεφταλιά με ισορροπημένα αρώματα και ένα ωραίο σπιτικό γλυκό για το φιναλέ;

Ποιος δεν θα πληρώσει με την όρεξή του και δεν θα αφήσει φιλοδώρημα σε μια ταβέρνα όπου δεν θα ακουστεί η ατάκα «συγνώμη για την καθυστέρηση, δεν υπολογίσαμε να έχουμε τόσο κόσμο σήμερα», αφότου έχουν γίνει ήδη τσατάλια τα νεύρα σου;

Ο τίτλος φωτογραφίζει τις ταβέρνες και όχι γενικά τα εστιατόρια καθότι σε αυτές είναι (ή θα έπρεπε να είναι) πιο ξεκάθαρο το concept σε σχέση με το προϊόν που προσφέρουν.

Δυο πρόσφατες εμπειρίες που είχα σε ταβέρνες ήρθαν να διαψεύσουν πανηγυρικά αυτή την πεποίθηση. Ευτυχώς όμως είχα άλλες δέκα εμπειρίες σε ταβέρνες που άνετα θα τις συνιστούσα σε κόσμο που θέλει και να φάει καλά και να περάσει όμορφα.