Η χαμένη γεύση της Λευκωσίας

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΟΤΤΙΔΗΣ

Toυ Δημήτρη Λοττίδη

Στο Wiz έχουν καταχωρηθεί περισσότεροι από 1800 χώροι εστίασης και διασκέδασης. Οι 1000 περίπου από αυτούς τους χώρους βρίσκονται στη Λευκωσία, στην πόλη ή και στην επαρχία. Από αυτούς πάνω από 600 προσφέρουν φαγητό, από σουβλακερί και μπεργκεράδικα μέχρι εστιατόρια με τα πιο fusion ή έθνικ πιάτα. Με μια πρώτη ματιά, η πρωτεύουσα δείχνει να εξελίσσεται σε γαστρονομικό προορισμό. Κάθε γειτονιά… και σούσι, μπέργκερ και πολλές επιλογές για σουβλάκι. Το κέντρο της πόλης γέμισε με new age gastropub, από αυτές που σερβίρουν κινόα, σεβίτσε και τρούφα. Είμαστε, όμως, ευχαριστημένοι με τη γεύση; Αν κάποιος ζει στη Λευκωσία και δεν ταξιδεύει εντός ή εκτός θα είναι σίγουρα από ευχαριστημένος, μην πω μέχρι και ενθουσιασμένος για τις αμέτρητες επιλογές φαγητού, σε μια πόλη που μέχρι πριν από επτά χρόνια, η πρώην δήμαρχος της Λευκωσίας κυνηγούσε τους καταστηματάρχες να μη βγάζουν τραπεζάκια στην Ονασαγόρου.

Τώρα όμως που ξοδέψαμε χρήμα πολύ για να ανοίξουμε new age μαγαζιά, τώρα που φάγαμε ώρες και μήνες για να βρούμε trendy ονόματα και να σχεδιάσουμε ντιζαϊνάτα μενού, τώρα είναι η ώρα να δούμε και την ουσία, τη γεύση. Γιατί ωραία τα μενού με τις ωραίες περιγραφές, αλλά τα πιάτα μοιάζουν να συναγωνίζονται το ένα το άλλο στην έλλειψη ουσίας, δηλαδή γεύσης.

Τα περισσότερα από τα πιάτα στα εστιατόρια της Λευκωσίας είναι από πλαστικοποιημένα υλικά εισαγωγής που δεν έχουν σχέση με εποχικότητα και το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό. Δεν έχουν τα αρώματα της γης μας. Σερβίρουμε αγγουροντομάτα τον χειμώνα και μανιτάρια το καλοκαίρι, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας την εποχή του κάθε υλικού. Δεν επενδύουμε στις γεύσεις της εποχής από την κυπριακή γη, η οποία τον χειμώνα προσφέρει χόρτα που δεν ξέρει κανείς πώς μαγειρεύονται, ειρήσθω εν παρόδω η τηγανιά με τα αβγά δεν είναι μαγείρεμα είναι δολοφονία. Την άνοιξη στην Κύπρο έχουμε ένα από τα καλύτερα κατσικίσια κρέατα της Ευρώπης, είδατε να σας το προτείνουν σε κάποιο εστιατόριο; Είδατε σουβλακερί να σας προτείνει τραχανά τον χειμώνα; Άγριες κυπριακές αγκινάρες, τώρα την άνοιξη; Σεβίτσε, κινόα και λάδι τρούφας τρώμε οι άμπαλοι... Α! ξέχασα και τα black angus burgers, που έχουν καταντήσει όπου γάμος και χαρά η Βασίλω πρώτη.

Οι υπεύθυνοι των καταστημάτων και οι σεφ επιτέλους πρέπει να επενδύσουν στις ντόπιες πρώτες ύλες, στους παραγωγούς, να κατεβούν από τον θρόνο τους και να πάνε στη λαϊκή αγορά, να ψάξουν ίσως για χωράφια που θα φυτέψουν οι ίδιοι τα λαχανικά τους, να μεγαλώσουν οι ίδιοι οργανικά τα πουλερικά τους. Τι θέλω να δω; Σούπα με χόρτα του κυπριακού βουνού στο Skinny Fox, συνταγές με ντομάτα του Φαρμακά στο Bottega Amaro, μπιφτέκια με κυπριακό χοιρινό στο Market Company, κυπριακή τρούφα από το Πελένδρι στο Bastione.

Επιτέλους, ας περπατήσουν στο βουνό, να μαζέψουν αρωματικά, ας αναζητήσουν τις εγχώριες οργανικές φάρμες, ας επενδύσουν στην εποχικότητα για να δώσουν ουσία και άρωμα στη γεύση τους. Αυτό θα ρίξει και τις τιμές των πιάτων. Γιατί με πενήντα ευρώ το άτομο τρώμε σε εστιατόριο με ένα αστέρι Michelin στην Ισπανία, όχι στο νεοφερμένο gastropub του Κόκκου στην Παλλουριώτισσα!