Πήγαμε και είδαμε: A quiet place

NEWSROOM WIZ-GUIDE

Του Ανδρέα Μαλάη

Βρισκόμαστε στο 2020, όταν την κορυφή της τροφικής αλυσίδας καταλαμβάνουν κάποια μυστήρια, φανταστικά όντα, που ενώ είναι τυφλά, χρησιμοποιούν την πολύ οξεία ακοή τους, για να εντοπίζουν και εν τέλει να σκοτώνουν τα θύματά τους. Το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας έχει ήδη εξοντωθεί κι εμείς ανεβαίνουμε στο «τρένο» της ιστορίας, παρακολουθώντας τη ζωή της οικογένειας Abbott• o Lee και η Εvelyn, με τα παιδιά τους Marcus, Beau και Regan, είναι αναγκασμένοι να ζήσουν κάτω από συνθήκες απόλυτης σιωπής, για να καταφέρουν να επιβιώσουν. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους θα συναντήσουμε τον John Κrasinski, που αναλαμβάνει και τη σκηνοθεσία, και την Emily Blunt.

Η ταινία «Α quiet place» είναι ακριβώς αυτό που περιμέναμε• ένα ήσυχο μέρος. Ήσυχο, όμως, μόνο στην κυριολεξία, καθώς όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της ταινίας είναι ζωντανά και «δυνατά». Η πλοκή μάς υποχρεώνει πειθήνια να παρακολουθήσουμε αθύρυβα την εξέλιξη της πλοκής, καθώς εύστοχα παραλείπονται τα στερεοτυπικά ηχητικά εφέ και η διαρκής μουσική επένδυση. Έτσι, ο ήχος γίνεται το κλειδί της εξέλιξης, ο σπόρος που οδηγεί κάθε φορά στην αριστοτελική περιπέτεια. Το εύρημα είναι έξυπνο και, φυσικά, λειτούργησε γόνιμα καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας: ενώ η σιωπή είναι το απόλυτο ζητούμενο, γνωρίζουμε πως κάποια στιγμή θα σπάσει και η ισορροπία θα διαταραχθεί, γεγονός που μας κρατάει διαρκώς σε αγωνία.

Εύστοχα, στις πρώτες σκηνές της ταινίας οι κινήσεις των ηρώων είναι αργές και… εκπαιδευτικές, καθώς προσπαθούν να μας μυήσουν στον αθόρυβο τρόπο ζωής της οικογένειας, παρουσιάζοντας ευρηματικούς – ως επί το πλείστον – τρόπους, με τους οποίους η οικογένεια καταφέρνει να διατηρήσει την καθημερινότητά της, χωρίς τον παραμικρό θόρυβο. Στο σημείο αυτό, η «συνεργασία» του θεατή, ως προς τη συγκεκριμένη σύμβαση, είναι απαραίτητη, καθώς κάποια από αυτά δεν πείθουν απόλυτα. Στη συνέχεια, η κάμερα ακολουθεί κατά πόδας σχεδόν τις γρήγορες κινήσεις των ηρώων σε ένα παιχνίδι κίνησης και εικόνας που, απαλλαγμένο από την… έντονη μουσική επένδυση πνευστών και εγχόρδων που συνοδεύει σχεδόν στερεοτυπικά τέτοιες σκηνές δράσης σε άλλες ταινίες τρόμου, μετατρέπεται σε έναν βουβό και σιωπηλό αγώνα που μας κρατά διαρκώς επί ξυρού ακμής. Οι επιδέξιες, γρήγορες μεν αλλά απολύτως αθόρυβες κινήσεις των μελών της οικογένειας έρχονται σε αντίθεση με τη δική μας πραγματικότητα, αίρουν τα στερεότυπα των πολύβουων ταινιών δράσης και πετυχαίνουν να εμπλέξουν τον θεατή στην υπόθεση.
Πρόκειται για μια πολύ ατμοσφαιρική και ιδιαίτερη ταινία τρόμου, που εξερευνά και πειραματίζεται με τον καλύτερο τρόπο με τις πρώτες ύλες του ίδιου του genre. Ο ήχος, το απόλυτο συστατικό μιας ταινίας τρόμου, γίνεται εδώ βασικό και οργανικό στοιχείο της ίδιας της πλοκής ακριβώς επειδή δεν είναι δεδομένος και αυτό οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα που αξίζει κανείς να παρακολουθήσει.

Η ταινία διαρκεί μόλις 90 λεπτά και δεν αναλώνεται σχεδόν ποτέ σε ανούσιες εξάρσεις τρόμου που, εν τέλει, πέφτουν στο κενό. Παράλληλα, η αλληγορική ερμηνεία που ο ίδιος ο σκηνοθέτης έδωσε στη θεματική της ταινίας χαρίζει μια ενδιαφέρουσα διάσταση στο δράμα, που ιδωμένο έτσι, μετατρέπεται σε μια κοινωνική μελέτη των δεσμών που συνέχουν μια οικογένεια και τον τρόπο με τον οποίο αυτή αντιμετωπίζει ένα σημαντικό ζήτημα. Παρακολουθούμε το βουβό δράμα μιας οικογένειας, η οποία βιώνει ένα τόσο σημαντικό ζήτημα, για το οποίο όμως δεν μπορεί να μιλήσει, αναγκασμένη να ζήσει στη σιωπή.

Αξίζει να την παρακολουθήσετε στον κινηματογράφο! Η αθόρυβη πολυπληθής αίθουσα μετατρέπεται σε χώρο που αγκαλιάζει φιλόξενα το βουβό δράμα της οικογένειας, μπροστά σε ένα κοινό που συνωμοτικά συντονίζεται σύσσωμο και… αναγκαστικά επίσης βουβό με την αγωνία της.

Spoiler alert!
Η τριπλή δράση που αναπτύσσεται προς το τέλος της ταινίας, εύστοχα ενορχηστρωμένη, αποδίδει ακριβώς την ανεξέλεγκτη πορεία που πήραν τα πράγματα. (1) H Evelyn μένει μόνη στο σπίτι της με το νεογέννητο βρέφος, έχοντας να αντιμετωπίσει τον εχθρό στο σπίτι, και (2) ο Lee βρίσκεται σε αναζήτηση των δύο παιδιών τους, τα οποία, παράλληλα, (3) κινδυνεύουν να πνιγούν στον πύργο καλαμποκιού. Όταν, εν τέλει, το δράμα θα έρθει προς τη λύση του κορυφώνοντας την πλοκή, η Evelyn κρατώντας το βρέφος παρακολουθεί από τις κάμερες τον Lee να θυσιάζεται για τα παιδιά του, εύρημα που κορυφώνει και ενώνει την τριπλή δράση και, φυσικά, την ίδια την οικογένεια, εξυπηρετώντας ταυτόχρονα και τη δραματική οικονομία: τα παιδιά επιστρέφοντας στο σπίτι δεν χρειάζεται να εξηγήσουν εκ νέου στη μητέρα τους πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα. Αντίθετα, παρακολουθούμε κατευθείαν πώς η θυσία του πατέρα θα αποτελέσει τον τελευταίο και αποφασιστικό σπόρο που θα οδηγήσει στην έξοδο. Μια έξοδος που μας κλείνει το μάτι και μας απαλλάσσει, ευτυχώς, από το αχρείαστο καννιβαλιστικό αιματοκύλισμα των τεράτων. Στοχευμένη, φυσικά, και ιδανική επιλογή.

Στα πλην, η αφελής πλημμύρα στο υπόγειο, που όχι μόνο δεν εξηγείται επαρκώς, αλλά διαφεύγει και της προσοχής του Lee. Η αγωνία και η βιασύνη του για να σώσει τα παιδία του δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αμέλειά του, καθώς στην προηγούμενη σκηνή συζητούσε σχετικά ήρεμος με την Evelyn, ελπίζοντας ότι τα παιδιά τον περιμένουν κάπου ασφαλισμένα.

Καλή θέαση!