Πήγαμε και είδαμε: «Αnt-man and the wasp»

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΛΑΗΣ

Του Ανδρέα Μαλάη

Απολαυστικό, ασταμάτητο και γεμάτο δράση, το «Αnt-man and the wasp» δεν υπόσχεται τίποτα που δεν μπορεί να δώσει και γι’ αυτό αποτελεί μια «ειλικρινή» κινηματογραφική πρόταση, σαφώς καλύτερη από την πρώτη ταινία του franchise.

O Peyton Reed, που σκηνοθέτησε και την πρώτη ταινία – την πρώτη του ταινία δράσης με υπερήρωες – ζυμωμένος πλέον στο είδος και με μπόλικη «κωμωδία» στο αίμα του («Down with love», «Bring it on», «The break-up») ενορχηστρώνει εκ νέου το βασικό καστ (Paul Rudd, Evangeline Lilly και Michael Douglas), επιστρατεύει τη Michelle Pfeiffer και τη Hannah John-Kamen κι έχει για άσο στο μανίκι τον έξοχα κεντημένο ρόλο του Luis (Michael Peña), δημιουργώντας, έτσι, μια ταινία πολύ πιο διασκεδαστική και «καθαρή» από το επιτηδευμένα ψαγμένο και δήθεν αντι-κλισέ «Deadpool 2».

 Υπόθεση

Τρεις μόλις μέρες απομένουν πριν λήξει ο κατ’ οίκον περιορισμός στον οποίο έχει υποχρεωθεί ο Scott Lang, εξαιτίας μιας αποστολής του στη Γερμανία με τους Avengers. Έχοντας διακόψει κάθε επαφή με τους Dr. Hank Pym και Hope Van Dyne, οι τελευταίοι τον επιστρατεύουν αναγκαστικά, καθώς φαίνεται πως το ταξίδι του στο κβαντικό κενό κατά τη διάρκεια της περιπέτειας στην προηγούμενή του ταινία, έχει δημιουργήσει συνδέσεις με τη χαμένη στο κενό σύζυγο του Dr. Hank Pym, Janet, την οποία μπορούν επιτέλους να επαναφέρουν.

Στο δια ταύτα…

Η συγγραφική ομάδα (Chris McKenna, Erik Sommers κ.ά.) «επινοεί» μια αρκετά πειστική διπλή απειλή κατά του αρχικού σχεδίου, που βασίζεται, αφενός στο δίπολο τεχνολογία για το καλό ή το κακό της ανθρωπότητας, κι αφετέρου στο δόγμα «ο θάνατός σου η ζωή μου», γεγονός που χαρίζει ρυθμό στην ταινία και μια παράλληλη τριπλή δράση που συντονίζεται γόνιμα και καταλήγει σε ένα χιουμοριστικό και συγκινητικό φινάλε αντίστοιχα. Όταν, μάλιστα, το κινητό εργαστήρι βρίσκεται στα χέρια του Luis, o Hank ταξιδεύει στο κενό και oι Αva και Sonny Burch προσπαθούν να εμποδίσουν την όλη προσπάθεια, η ταινία εξαπλώνεται με υποδειγματικό έλεγχο σε παράλληλες σκηνές που, τελικά, κατορθώνει να αγκαλιάσει όμορφα οδηγώντας μας στη λύση του δράματος. Οι σκηνές «μάχης» με τις απότομες σμικρύνσεις δεν παύουν να εντυπωσιάζουν ως το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της ταινίας, ωστόσο, το πιο ευχάριστο κομμάτι της υπόθεσης παραμένει ο Luis και η παρέα του, που κορυφώνουν το σενάριο και το γέλιο με την υπέροχη στιχομυθία περί ορού της αλήθειας, που σπείρεται, αρχικά, και παραμένει μέχρι το τέλος, κλείνοντάς μας το μάτι.

Στα αρνητικά, τα «κρύα» αστεία του Douglas για τη σχέση της κόρης του με τον Scott και η αμήχανη αίσθηση που μας αφήνει η υποκριτική δεινότητα(;) του Paul Rudd όταν, σαν μια άλλη Janet, επικοινωνεί με τον άντρα και την κόρη της για να τους δώσει συντεταγμένες. Δεν λείπουν, φυσικά, οι συναισθηματισμοί, τα ηθικά διλήμματα και τα στερεοτυπικά μοτίβα του Χόλιγουντ και δη της Marvel, που, ωστόσο, δεν ενοχλούν ιδωμένα στο σύνολό τους. Μια χαλαρή, διασκεδαστική και ειλικρινής προσπάθεια, που αποτελεί εύκολα μια εναλλακτική για τις ζεστές μέρες… και νύχτες του καλοκαιριού.

«Sod the sunshine, come sit in the dark», όπως πανηγυρικά ανακοινώνει τα καλοκαίρια ο αγαπημένος μου λονδρέζικος κινηματογράφος! Καλή μας θέαση!