Πήγαμε και είδαμε: Κλυταιμνήστρα και Καίτε Κόλλβιτς

NEWSROOM WIZ-GUIDE

Της Αργυρώς Τουμάζου

Δύο μεγάλες ερμηνεύτριες, πάλαι ποτέ ντίβες του κυπριακού θεάτρου και του ΘΟΚ, είδαμε ξανά στη σκηνή, σε παραγωγές από νεότερους συντελεστές: την Τζένη Γαϊτανοπούλου στην «Κλυταιμνήστρα ή το έγκλημα», έναν ποιητικό μονόλογο που συμπεριλαμβάνεται στις  ‘Φωτιές’ (1936) της καταξιωμένης Γαλλίδας συγγραφέως, Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, και τη Λένια Σορόκου σε μια τύπου-αναλόγιο περφόρμανς του έργου «η Καίτε Κόλλβιτς παρουσιάζει μια σύντομη ιστορία της μοντέρνας τέχνης» (1995) της Ελληνίδας πεζογράφου/δραματουργού /σκηνοθέτιδας Έλενας Πέγκα.  Η σύζευξη από μόνη της είναι ενδιαφέρουσα με την πλούσια εμπειρία των δύο ερμηνευτριών να εμπνέει τους νεότερους του θεάτρου. Από την άλλη, οι νεότεροι, σκηνοθέτες και συντελεστές, επιχειρούν και οι ίδιοι να αφήσουν τα σημάδια τους στο θέαμα με μοντέρνες λήψεις σκηνικής φόρμας, ανοίγοντας έτσι τον διάλογο και το κουτί των δυνατοτήτων και των δύο πλευρών.

Κλυταιμνήστρα ή το έγκλημα
Ο ηθοποιός-σκηνοθέτης, Μάριος Μεττής, εμπλουτίζει την παράσταση του και μ’ άλλα αποσπάσματα από αρχαιοελληνικές τραγωδίες, σύγχρονα θεατρικά αλλά και δικά του κείμενα, όλα εστιασμένα στον μύθο της δολοφονίας του Αγαμέμνονα, από τη σύνθετη μεριά της βασίλισσας Κλυταιμνήστρας, η οποία στο δεύτερο μέρος, στο καθαυτό κείμενο της Γιουρσενάρ, βρίσκεται σε απολογία έναντι του κοινού-εν είδει δικαστών- ομολογώντας την πίκρα της απόρριψης και της ερωτικής ακύρωσης, σε μια σύγχρονη αντι-αφηγηματική γραφή. Η μάλλον μεταμοντέρνα σκηνοθετική προσέγγιση εισάγει επιπλέον τον μαυροντυμένο δαίμονα του Οίκου των Ατρειδών, ένα ανεξήγητα και αμήχανα σαρκαστικό πνεύμα επί σκηνής (Μ. Μεττής). Από δίπλα, η πολυπρόσωπη δικηγόρος/βοηθός (Χριστίνα Κωνσταντίνου) που παραστέκεται της  Κλυταιμνήστρας, αλλά και σαν Ιφιγένεια που παιδεύεται υπερβολικά με ένα νυφικό πέπλο από νάϋλον, δημιουργούν ένα περίεργο σύμπαν, σαν δύσβατο μεταφυσικό κόντρα πρόλογο της καθαυτής ομολογίας. Με μικρόφωνο, τραγούδι, σπαρακτικά ξεσπάσματα, κι αφηγηματικά εννοιολογικά τεχνάσματα που θέλουν μόνο να τονίσουν αποσπασματικά. Κι όταν επιτέλους έρχεται η ώρα της απολογίας, κι ανοίγει η Γαϊτανοπούλου το στόμα της, είναι τόση η διαφορά ύφους, που ευχαρίστως τα λησμονείς με ανακούφιση. Γιατί η υπέροχη υπενθύμιση της γλυκύτητας και της ροής της γλώσσας της ηθοποιού στην ψυχολογική της ερμηνεία ήταν συγκινητική και απολαυστική, κι’ ας ήταν ντυμένη άτσαλα σαν απλοϊκή γιαγιά. Εκ των υστέρων ένιωσα ότι αυτό το σκαρίφημα που μοίρασε το θέαμα στα δύο δεν τελεσφόρησε όσο θα ήθελαν οι συντελεστές του, αντίθετα ανέδειξε την αδυναμία ενσωμάτωσης της σκηνοθετικής γραμμής δίπλα στο αναγνωρίσιμο και άρτιο μεγαλείο της ώριμης ερμηνείας.  

Η Καίτε Κόλλβιτς παρουσιάζει μια σύντομη ιστορία της Μοντέρνας Τέχνης
Το θεατρικό της Πέγκα ήδη εναντιώνεται στις συνήθεις συμβάσεις και με ακραίο μεταμοντέρνο πειραματισμό νεκρανασταινει μια σπουδαία Γερμανίδα χαράκτρια, την ομώνυμη Καίτε Κόλλβιτς, που έζησε και τους δύο πολέμους της χώρας της (1867 – 1945), υπερασπίστηκε και καταδιώχθηκε για τον κοινωνικό της ρόλο. Εδώ όμως, σε  μια εντελώς ‘άλλη’ υπόσταση, επιστρέφουσα από το υπερπέραν, κάνει μια βόλτα στο άγνωστο της Μανχάταν για να μιλήσει σε μια γκαλερί, καλή ώρα σαν τον εκθεσιακό χώρο της Φανερωμένης. Για τα έργα της ή τη ζωή της, μιλάει μόνο αποσπασματικά, με προσωπικές παρατηρήσεις, μπλέκοντας παρελθόν και παρόν με μια επιλεκτική δειγματοληψία της σύγχρονης τέχνης που την ακολουθεί. Ερμηνεία, προβολές, ήχοι και μουσικές, παύσεις και κίνηση, όλα προδιαγραμμένα σαν μια αυτάρεσκη ακροβασία φόρμας και νοήματος. Ανάλογα ακροβατεί και η σκηνοθετική πρόταση της δραματουργού Άντρης Κωνσταντίνου (Ομάδα Φωταγωγός). Από τη μια, θεατρικό αναλόγιο κι, από την άλλη, ακριβής προσήλωση στις σκηνικές οδηγίες του ιδιόμορφου θεατρικού. Έτσι, η ταιριαστή γκρίζα φιγούρα εποχής της εκφραστικής Λένιας Σορόκου, με τις ευαίσθητες ερμηνευτικές της διακυμάνσεις της και το κείμενο στο χέρι, κινείται  μεταξύ αναλογίου και ερμηνείας, με όλες τις κινήσεις και εκφράσεις μιας παράστασης, ακόμα και σε συνεννόηση με τους συντελεστές για τις προβολές. Αναπόφευκτα, η διάσπαση δημιουργούσε χάσματα, αφήνοντας τον ουρανίσκο της φόρμας ανικανοποίητο.  
Επιπλέον, το έργο το ίδιο, ούτε για τους θεατές εικαστικούς πρόσφερε ιδιαίτερη καινοτομία, αλλά ούτε για τους θεατρόφιλους ή άλλους θεατές πρόσφερε μια ολοκληρωμένη πρόταση για την ίδια τη χαράκτρια.