Πήγαμε και είδαμε: Loveless

Του Ανδρέα Μαλάη

Ένα ζευγάρι, η Zhenya (Maryana Spivak) και ο Boris (Αleksey Rozin), βρίσκονται στα πρόθυρα ενός επίπονου και τοξικού διαζυγίου, που θέτει επιτακτικά προς λύση το ζήτημα της κηδεμονίας του 12χρονου γιου τους, Αlyosha (Matvey Novikov). Καθώς και οι δύο γονείς έχουν προχωρήσει με διαφορετικούς συντρόφους, ο Αlyosha βρίσκεται μετέωρος στο κέντρο του εγωιστικού παιχνιδιού που παίζουν μεταξύ τους οι γονείς του, που τον θέτει σε δεύτερη μοίρα, μέχρι τη στιγμή που αποφασίζει να εξαφανιστεί. Ο  Andrey Zvyagintsev (Leviathan, 2014) μέσα από την ταινία Loveless (πρωτ. Nelyubov) εξερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι αιχμηρές ισορροπίες ενός διαζυγίου θέτουν υπό δοκιμασία τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων, καταθέτοντας μ’ αυτό τον τρόπο μια από τις αρτιότερες κινηματογραφικές προτάσεις της χρονιάς που μας πέρασε. Μέχρι στιγμής, η ταινία έχει κερδίσει 14 βραβεία, ανάμεσα στα οποία και το Bραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών και Καλύτερης ταινίας και Καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας στο Φεστιβάλ του Λονδίνου και στα Βραβεία Κριτικών Λος Άντζελες αντίστοιχα, ενώ ήταν και υποψήφια για το Όσκαρ Καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

Spoiler alert!
Το πρώτο μισό της υπόθεσης ξετυλίγεται ως το αποτέλεσμα μιας φυγόκεντρης δύναμης που απομακρύνει – φαινομενικά - τους γονείς από το παιδί τους. Το σπίτι είναι προς πώληση, ανοικτό για τους επίδοξους αγοραστές, ο Αlyosha σχεδόν λειτουργεί αυτόματα (σπίτι – σχολείο – σπίτι) και οι δύο γονείς, όταν δεν τσακώνονται, επιδιώκουν συναντήσεις με τους νέους συντρόφους τους. Μόνοι τους, ο καθένας στον μικρόκοσμό του, δοκιμάζονται στις νέες τους σχέσεις και αφήνονται στις νέες σαρκικές ηδονές που έχουν να τους προσφέρουν οι νέοι τους σύντροφοι – σκηνές στις οποίες ο σκηνοθέτης επιμένει με αξιοσημείωτο ρεαλισμό – τη στιγμή που ο Αlyosha απουσιάζει ήδη δύο μέρες χωρίς να το έχει κανείς αντιληφθεί.
Στο δεύτερο μισό, ωστόσο, της ταινίας και μετά την εξαφάνιση του Αlyosha, αναπτύσσεται, αντίθετα, μια κεντρομόλος δύναμη που τυλίγει το κουβάρι από τις ζωές των δύο γονιών, επαναφέροντάς τους πίσω στο σπίτι. Μόνο που αυτή τη φορά ο Αlyosha απουσιάζει και τίποτα δεν μπορεί να τους φέρει πλέον κοντά. Περιστρέφονται βασανιστικά και αδέξια γύρω από την εξαφάνισή του σαν θύματα μιας θύελλας που τους παρασύρει διαρκώς στη δίνη της, καθιστώντας τους ανήμπορους να αντιδράσουν.
«Αθόρυβη» ψυχογραφία
Ο Zvyagintsev δεν πέφτει στην παγίδα της ρομαντικής επανασύνδεσης. Αντίθετα, δίνει χώρο στις απωθημένες σκέψεις να εκφραστούν και ηλεκτρίζει περισσότερο την ατμόσφαιρα όσο οδηγούμαστε προς το τέλος. Φωτίζει αριστουργηματικά τις αδυναμίες του ζευγαριού, τόσο ως ομάδας όσο και ως χωριστών μονάδων, και καταφέρνει εν τέλει να μας παρουσιάσει τον λόγο που αυτός ο γάμος βρίσκεται υπό διάλυση. Η ταινία δεν επικρίνει τους ήρωές της, αντίθετα μάλλον, ακόμη και την ώρα που μας παρουσιάζει την αδικαιολόγητη συμπεριφορά τους, επιχειρεί με ιδιαίτερο ζήλο να την εξηγήσει. Την απουσία αγάπης την εντοπίζουμε παντού, σε όλες τις σχέσεις, εκτός ίσως αρχικά από αυτές που προσπαθούν να γεννήσουν οι ήρωες με τους νέους συντρόφους τους, γεγονός όμως που κι αυτό αποδεικνύεται επιφανειακό και πρόσκαιρο, αφού στο τέλος η μοναξιά είναι ο κυρίαρχος ρυθμιστής του «παιχνιδιού».
Η απεγνωσμένη προσπάθεια των δύο συζύγων να αγκυροβολήσουν σε ένα καινούργιο λιμάνι θέτει σε δεύτερη μοίρα το παιδί τους, ένα σιωπηλό, αντιδραστικό παιδί, αποτυπωμένο με εντυπωσιακή αδρότητα, χωρίς περιττούς διαλόγους, μια καλλιτεχνική επιλογή που λειτουργεί εξαιρετικά, ιδιαίτερα σε αντίθεση με τους φλύαρους γονείς του, των οποίων οι φωνές και οι εκατέρωθεν αιτιάσεις δεν έχουν τελειωμό.

Η μακροδομή της πλοκής αποτυπώνει με αξιοσημείωτη ενάργεια τον δευτερεύοντα ρόλο που παίζει στις ζωές τους ο Αlyosha, η παρουσία του οποίου θα κορυφώσει το δράμα τη στιγμή που, κρυφακούγοντας έναν έντονο καβγά των γονιών του, κλαίει κρυμμένος πίσω από την πόρτα. Και μόνο αυτό το στιγμιότυπο μάς χαρίζει μια εικόνα αβίαστης - αναπάντεχης - σπαρακτικής σιωπής, την πιο δυνατή κινηματογραφική στιγμή της χρονιάς, γυμνή από λόγια και μουσική, ωμή και ρεαλιστική, σχεδόν αβάσταχτη.

Ο  Zvyagintsev δοκιμάζει τις συναισθηματικές μας αντοχές, ιδιαίτερα όταν στην αναζήτηση του μικρού Αlyosha συμμετέχει και μια ομάδα εθελοντών, η οποία φαίνεται να ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο από τους δύο γονείς για την τύχη του 12χρονου. Οι καβγάδες θα συνεχίζουν, η ατμόσφαιρα θα βαρύνει ακόμη περισσότερο και αυτό που αντιλαμβανόμαστε καθώς προχωρά η ταινία είναι πως δεν πρόκειται για μια ταινία μυστηρίου, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο η εξαφάνιση ενός αγοριού αντανακλά στον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά των γονιών του, που, αποφασισμένοι να προχωρήσουν τη ζωή τους, μοιάζουν να ασχολούνται εκβιαστικά με ένα ζήτημα που και οι δύο θα εύχονταν να μην υπήρχε. Μακριά από δογματισμούς, διδακτικά ξεσπάσματα και πικρές εξομολογήσεις που επιχειρούν να συγκινήσουν για όλους τους λάθος λόγους, ο  Zvyagintsev στέκεται με αξιοπρέπεια απέναντι στους ήρωές του, παρουσιάζει με ιδιαίτερη καθαρότητα και συνέπεια τα πρόσωπά τους και κατορθώνει να μας μεταφέρει σε ένα παγερό τοπίο, από το οποίο η αγάπη σταθερά απουσιάζει, καθώς με το τέλος της ταινίας μας αφήνει στυγνά συναισθηματικά «άστεγους», με μια μετέωρη εισπνοή στο στήθος που δεν ξέρουμε πώς να εκτονώσουμε. Ο Αlyosha μάλλον ακόμη αγνοείται. Κι αυτό αποτελεί το επιστέγασμα της καλλιτεχνικής πρόθεσης των συντελεστών. Η πράξη του μικρού δεν παρουσιάζεται ως μια πράξη που λειτουργεί διδακτικά ή έστω εκδικητικά για να επαναφέρει στην τάξη τους «κακούς» και «αδιάφορους» γονείς. Η ταινία δεν καταπιάνεται με τέτοιες ηθικολογίες. Παρουσιάζει τις τραγικές και αναπόδραστες συνέπειες της αδιαφορίας των δυο γονιών, που δυστυχώς με τη σειρά τους υποφέρουν ένα αργό και σιωπηλό στέγνωμα της αγάπης. Άνθρωποι παγιδευμένοι σε καλούπια και κοινωνικά στερεότυπα επαναλαμβάνουν συνεχώς τα ίδια λάθη και, τραγικά καταδικασμένοι από την ανάγκη τους για συντροφικότητα, εγκλωβίζονται σε ένα αδιέξοδο που δεν αίρεται με τίποτα. Νομίζουν ότι δραπετεύουν κι όμως παραμένουν ειρωνικά στο ίδιο σημείο. Κίνηση και στασιμότητα την ίδια στιγμή. Χρειάζεται να πω κάτι άλλο για την καταληκτική σκηνή του διαδρόμου στο μπαλκόνι; Δείτε την. Αξίζει.

Προβάλλεται στο θέατρο Ριάλτο στην Λεμεσό την Παρασκευή 8 Ιουνίου στις 20.30