Πήγαμε και είδαμε: «I am not a witch»

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΛΑΗΣ

Του Ανδρέα Μαλάη

Στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού Τμήματος του φεστιβάλ «Κινηματογραφικές μέρες Κύπρος 2018» φιλοξενήθηκε το κινηματογραφικό ντεπoύτο της Rungano Nyoni (σενάριο και σκηνοθεσία), μια σουρεαλιστική, σαρκαστική αλλά βαθιά δραματική ταινία βρετανικής (Soda Pictures) και γαλλικής (Clandestine Films) παραγωγής, «I am not a witch». Ένα ασήμαντο καθημερινό περιστατικό στο χωριό της εννιάχρονης Shula έχει ως αποτέλεσμα τον εγκλεισμό της σε στρατόπεδο συγκέντρωσης μαγισσών, όπου δεμένη με μια κορδέλα στην πλάτη της, απειλείται ότι αν επιχειρήσει να δραπετεύσει, θα μεταμορφωθεί σε κατσίκα.  

Υπό τους ήχους του Vivaldi, ένα λεωφορείο με τουρίστες καταφθάνει στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως μαγισσών, όπου παραταγμένες σε σειρά γυναίκες μάγισσες αποτελούν το βασικό έκθεμα. Το θέμα γίνεται σαφές εξαρχής (αδρή εισαγωγή χωρίς στολίδια) κι έπειτα μεταφερόμαστε στο χωριό της Shula, όπου θα γίνουμε μάρτυρες της «δίκης» που καταδικάζει την εννιάχρονη πρωταγωνίστρια σε μάγισσα, στέλνοντάς την στο στρατόπεδο. Η πλοκή, εύστοχα, δεν αναλώνεται ούτε σε λεπτομέρειες για το παρελθόν της πρωταγωνίστριας ούτε σε αχρείαστες συστάσεις και μικροϊστορίες για τους «δευτερεύοντες» χαρακτήρες του δράματος που προωθούν – ομολογουμένως εύστοχα - την ιστορία, αποκτώντας έτσι ρυθμό που σε βοηθά να παρακολουθήσεις εύκολα την υπόθεση, που ιχνοβατεί σε μια ασυνήθιστη για τους πολλούς κινηματογραφική «χώρα».

Η αφήγηση του ονείρου ενός από τους χωρικούς στο λαϊκό δικαστήριο που στήνεται στην αρχή της ιστορίας μάς κλείνει με χιούμορ το μάτι, προσκαλώντας μας να παρακολουθήσουμε όσα θα ακολουθήσουν με ελαφρότητα• γεγονός που αποκαλύπτει ίσως και τον τρόπο με τον οποίο η σκηνοθέτις προσέγγισε το θέμα της. Ο σαρκασμός και το χιούμορ παραμονεύουν σε κάθε σκηνή της ταινίας και δεν περιορίζονται μόνο σε ρητές εκφράσεις αλλά και σε λεπτές εικόνες που μένουν φωτογραφικά αποτυπωμένες στο μυαλό μας με το τέλος της ταινίας. Η -εξαιρετικά λεπτής υφής κωμικοτραγική-  περιβολή της «αυθεντίας» πλέον Shula, όταν καλείται διαισθητικά, με τις δήθεν μαγικές της ιδιότητες, να αποφασίσει ποιος είναι ο κλέφτης σε μια υπόθεση που δεν γνωρίζει καν, συμπληρώνεται απογειωτικά με τη διακοπή της όλης παρωδίας, όταν με κινητό τηλέφωνο επικοινωνεί με τις υπόλοιπες μάγισσες για να της δώσουν συμβουλές. Η ταινία θα συνεχίσει με αμείωτο ρυθμό να προσφέρει τέτοιες στιγμές την ίδια στιγμή που η φωτογραφία της ταινίας προβάλλει κάτι βαθιά ποιητικό και δραματικό. Οι ερμηνείες απολαυστικές, αβίαστες και αδρές δίνουν την εντύπωση αυτοσχεδιασμού, γεγονός που κλειδώνει υπέροχα με τη «λαϊκή» υφή των πρωταγωνιστών, που κινούνται διαρκώς σε ένα αφελές – λογικά στοχευμένο – επίπεδο. Απαλλαγμένη από ρητούς διδακτισμούς και ποιητολογικές προσεγγίσεις, η ταινία ξεδιπλώνει μπροστά μας την πλοκή, χωρίς «οδηγίες χρήσης», και οι σκηνές που εν τέλει μας μιλούν είναι γυμνές από λόγια, γεμάτες όμως μουσική, κίνηση και ενίοτε… σιωπή.

Ίσως η πλοκή να χρειαζόταν καλύτερη ενορχήστρωση που θα προσέδιδε αιτιακή σχέση ανάμεσα στις σκηνές της ταινίας, καθώς με τους τίτλους τέλους ο θεατής ίσως αισθανθεί πως παρακολούθησε μια ακολουθία εξαιρετικά αποτυπωμένων σκηνών που δεν προέκυπταν απαραίτητα η μία από την άλλη, κι αυτό ίσως στερεί από το συνολικό αποτέλεσμα. Καταληκτικά, η ταινία μάς υποδέχεται παράδοξα στη Ζάμπια υπό τους ήχους του Vivaldi (εύστοχη επιλογή ως προς τη «δυτικότητα» που εκπροσωπεί, ανεξήγητη, κατά τα άλλα, συγκεκριμένα του Vivaldi), μελωδία «παραπλανητικά» αφημένη να θεωρείται ως μουσική επένδυση της σκηνής, όταν ξαφνικά διακόπτεται βίαια, μόλις το λεωφορείο φτάνει στον προορισμό του. Οι «πολιτισμένοι» τουρίστες ανοίγουν την πόρτα του λεωφορείου, η «φωτισμένη» Δύση μένει κλεισμένη στο ραδιόφωνο και επανέρχεται κορυφωμένη στους τίτλους, κορυφώνοντας την ειρωνεία. Κι αυτή είναι μόνο η αρχή…