«1917»: ιστορίες απ’ τον πόλεμο

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΛΑΗΣ

Toυ Ανδρέα Μαλάη

«Έχουν πεθάνει οι κερασίες;». «Α, όχι, μόλις σαπίσουν τα κουκούτσια θα ανθίσουν και πάλι. Περισσότερες από πριν». Ανυποψίαστη, στιχομυθία λίγο πριν τη μεγάλη περιπέτεια ενός ασταμάτητου πολεμικού θρίλερ, που ανεβάζει στωικά και γοητευτικά σε μια σχεδόν θεαματική ηδονή τη χυδαιότητα του Α’ Παγκοσμίου. Μακριά από συναισθηματικές μεγαλοστομίες, ο Μέντες πυκνώνει την αλιμάνιστη, ανεξιλέωτη σκοτεινιά του πολέμου και την αρχοντιά της ευθύνης και της θυσίας, σε μια δίωρη αποστολή που δεν σου επιτρέπει να λιποτακτήσεις σε κανένα σημείο της διαδρομής.

Τα μεγάλα έργα υπήρξαν πάντοτε συγκεντρωτικά. Δεν χρειάζονται το ασυγκράτητο ξεμούδιασμα του φλύαρου πλατειασμού, ούτε τις μαθητικές εισαγωγές που κουράζουν. Η αποστολή είναι ξεκάθαρη: δύο στρατιώτες θα πρέπει να διασχίσουν τη νεκρή ζώνη και το στρατόπεδο των Γερμανών, ώστε, φτάνοντας στους συμμάχους, να τους μεταφέρουν το μήνυμα πως η επερχόμενη επίθεσή τους είναι κατ’ ουσία επιχείρηση αυτοκτονίας. Οι δύο υποδεκανείς που αναλαμβάνουν την αποστολή είναι εξοπλισμένοι με ατσαλένιο κίνητρο: ο αδελφός του ενός εκ των δύο είναι αξιωματικός στο στρατόπεδο των συμμάχων.

Έξοχες επιλογές οι Chapman και MacKay, γνωστοί όσο δεν χρειάζεται και «άκαφτοι» όσο απαιτείται, παραμένουν οι κύριοι φάροι της ιστορίας από την αρχή μέχρι το τέλος με εμβληματικές, τόσο – όσο, cameo εμφανίσεις από πρωτοκλασάτους ηθοποιούς, ανάμεσα στους οποίους οι Φέρθ, Κάπμερμπατς, Στρονγκ και Μέιντεν. Η περιπέτεια των ανωνύμων του πολέμου, της “ελάσσονος” συνεισφοράς μιας αιματηρής αλυσίδας θυσιών, μεταφέρεται έτσι στο προσκήνιο και αναδεικνύει με μεγαλοπρέπεια και γενναιοδωρία μια από τις άπειρες ιστορίες πολέμου των παππούδων, των επιζώντων, των ηρώων και των βετεράνων, από αυτές που όλοι ακούσαμε κι από αυτές που, δυστυχώς, ποτέ… δεν ακούσαμε και, ίσως, να μη διαβάσαμε ποτέ.

Ως θησαύρισμα παιδικής νοσταλγίας, ο Μέντες αποτίνει φόρο τιμής στον δικό του παππού που “ΜΑΣ είπε τις ιστορίες”, και στέκεται με σεβασμό απέναντι στους παιδικούς του θρύλους: η άρτια καλλιτεχνική απόδοση, η αριστουργηματική ηδονή της εικόνας, αταίριαστη και παράφωνη με τη σκοτεινιά του πολέμου, συμπυκνώνει έτσι την παιδική γοητεία, τη νοσταλγία της αθωότητας μπροστά στις ιστορίες του Παππού, με το ουσιαστικό περιεχόμενο μιας σπηλαιώδους εμπειρίας να μετατρέπεται σε ένα σχεδόν φανταστικό παραμύθι.

Εμπλουτισμένη με στοιχεία επιβράδυνσης και αγωνίας, στα σημεία ακριβώς που πρέπει, η αποστολή των δύο υποδεκανέων έχει ακριβώς εκείνο τον ρυθμό που χρειάζεται, ώστε να συλλέξει από κάθε στάση μια χορταστική σκηνή που συνεισφέρει στο τελικό αποτέλεσμα. Από το χαράκωμα των Γερμανών, στον εγκαταλελειμμένο αχυρώνα, στην κορυφαία σκηνή της ερειπωμένης Εκούστ, στην ατμοσφαιρική συνάντηση με την κοπέλα και τη μαγεία της χιονόπτωσης στο ποτάμι που αγκαλιάζει με σπαραγμό την πλοκή από την αρχή μέχρι το τέλος, λίγο πριν η αγωνία εκτοξευθεί προς τη λύση, η στατικότητα γίνεται το καύσιμο για μια συνεχόμενη δράση που δεν τελειώνει παρά μόνο στο τέλος. Ο Τόμας Νιούμαν εξοπλίζει με αρκετή δωρικότητα κάθε σκηνή ενώ ο Ντίκινς σκλαβώνει τον “αναγνώστη” στην εικόνα του, σε μια φαινομενικά συνεχή λήψη που δεν σου επιτρέπει να πάρεις ανάσα.

Με πλήρη εμπιστοσύνη στον “αναγνώστη” του, ο Μέντες, ξέρει ότι πας διαβασμένος, κι αν όχι, δεν πειράζει, σε υποχρεώνει να “ψαχτείς” μετά.