ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Η συγκινητική ιστορία ενός από τα μακροβιότερα καφενεία της Λευκωσίας

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΔΕΡΜΑΤΑ

Λατρεύω την Παλιά Πόλη της Λευκωσίας. Κάθε φορά που περνάω τις πύλες της, νιώθω ότι κάνω ένα μικρό ταξίδι, ότι γίνομαι τουρίστας που μπροστά του ξανοίγεται ένας άλλος κόσμος. Άπειρες φορές την έχω "οργώσει", χαζεύοντας και φωτογραφίζοντας τις γραφικές γωνιές της. Ένα απόγευμα περιπλανώμενη, βρέθηκα στο Καφενείο Χαράτσι. Ένα μικρό καφενεδάκι το οποίο στεκόταν διακριτικά σε έναν ήσυχο δρόμο, κολλητά στην νεκρή ζώνη, απέναντι από το δημαρχείο. Έμοιαζε σαν να είχε κάνει ένα μεγάλο ταξίδι μέσα στον χρόνο και ξαφνικά βρέθηκε εκεί. Ήταν απόγευμα και το σκηνικό μού προκαλούσε μια ανεπαίσθητη μελαγχολία. Παρατηρώντας το, ένιωσα ότι είχε πολλά να μου πει. Απλώς δεν είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή. Πριν λίγες μέρες κάνοντας έρευνα για ένα θέμα σχετικά με τα μακροβιότερα καφενεία του νησιού, ανακάλυψα ότι το Χαράτσι κλείνει σχεδόν έναν αιώνα ζωής. Πρωτολειτούργησε το 1930. Έτσι ήρθα σε επαφή με τον Σταύρο, τον ιδιοκτήτη. Ξεκίνησε να μου περιγράφει τηλεφωνικά πώς ήρθε το μαγαζί στα χέρια του και σκέφτηκα ότι αυτή την όμορφη και ιδιαίτερη ιστορία, θα πρέπει να την μάθει ο κόσμος. Κλείσαμε ραντεβού και Σάββατο απόγευμα βρέθηκα εκεί. Ένα ποτήρι Brandy Sour με περίμενε στο τραπέζι. Συστηθήκαμε, καθίσαμε αναπαυτικά στην άκρη του δρόμου και ο Σταύρος άρχισε να διηγείται. Στο βάθος έπαιζε roots reggae. 

Ήρθα από την Αμερική το 2011. Είχα πάει για σπουδές και έμεινα σχεδόν δέκα χρόνια στην Νέα Υόρκη. Αποφάσισα ότι αυτός ο τρόπος ζωής δεν μου ταιριάζει και ότι θα ήθελα να είμαι κοντά στους γονείς μου καθώς μεγαλώνουν. Πριν φύγω για την Αμερική σύχναζα στα «Καλά Καθούμενα», είχα νοσταλγήσει εκείνες της εποχές και σκέφτηκα ότι θα ήθελα να ανοίξω κάτι αντίστοιχο στην Παλιά Λευκωσία. Τριγυρνώντας στην πόλη ανακάλυψα αυτό το καφενείο. Ήταν κλειστό. Κοιτούσα από το τζάμι και έβλεπα την εφημερίδα της ημέρας, οπότε αυτό σήμαινε ότι κάποιος το άνοιγε κάθε μέρα, απλά δεν κατάφερνα να τον πετύχω. Ερχόμουν διάφορες ώρες αλλά πάντα ήταν κλειστό. Μια Κυριακή πήγα και κάθισα σε ένα σκαλί απέναντι και το κοιτούσα. Ήρθε ένας ηλικιωμένος κύριος με μουστάκι και το άνοιξε. Ήταν σοβαρός και λιγομίλητος. Με δυσκολία εκμαίευσα την ιστορία του. Το καφενείο το είχε με την γυναίκα του η οποία είχε πεθάνει πριν 6 μήνες. Ερχόταν το άνοιγε 6 με 8 το πρωί, έφτιαχνε καφέ για τους γείτονες και το έκλεινε μέχρι την άλλη μέρα το πρωί. Του ζήτησα να το δουλεύω εγώ τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας ή έστω τα απογεύματα. Σήκωνε τα φρύδια του γνέφοντας μου αρνητικά. Πήγαινα καθημερινά και του ζητούσα το ίδιο πράγμα, να συνεργαστούμε. Πάντα το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, έγνεφε με τα φρύδια του «όχι» και εγώ έφευγα απογοητευμένος. Μια Παρασκευή βρέθηκα πάλι εκεί. Μόλις με είδε μου είπε « Σ’ έχω βαρεθεί, έλα την Δευτέρα να τα κανονίσουμε». Έφυγα χαρούμενος, επιτέλους θα γινόταν το όνειρο μου πραγματικότητα. Την Δευτέρα πήγα στο καφενείο, περίμενα, αλλά ο ηλικιωμένος κύριος δεν φάνηκε και το μαγαζί δεν άνοιξε ποτέ. Δεν το χωρούσε ο νους μου ότι μπορεί να με είχε κοροϊδέψει. Πήγαινα συνέχεια αλλά ήταν μονίμως κλειστό. Στο τέλος άφησα ένα σημείωμα κάτω από την πόρτα με το τηλέφωνο μου. Σε λίγες μέρες με πήρε ο γιός του ο Γιάννης. Με ενημέρωσε ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει την Κυριακή –μια μέρα πριν το ραντεβού μας- και ότι πριν «φύγει» από την ζωή του μήνυσε να μου δώσει τα κλειδιά του καφενείου.

Το μαγαζί το άνοιξα 17 Απριλίου. Την μέρα που πέθανε ο Νίκος Παπάζογλου. Προς τιμήν του έβγαλα το καφενείο «Χαράτσι» εμπνευσμένος από το ομώνυμο τραγούδι του. Το χαράτσι είναι μια λέξη που χρησιμοποιούμε και στην Ελλάδα και στην Τουρκία.

Ο δρόμος λέγεται Ληδηνης, πολλοί νομίζουν ότι είναι πρόσωπο της μυθολογίας. Η ονομασία του δρόμου όμως έχει βγει από την οικογένεια Σεβέρη η οποία είχε περιουσία εδώ. Είναι τα αρχικά από τρία ονόματα. Λη-τώ, Δη-μοσθένης, Νί-κος Σεβέρη, Ληδηνης.

Παλιά η Ερμού ήταν ποταμός. Τον έχτισαν οι Άγγλοι για να προστατευτούν από τις διάφορες αρρώστιες. Εδώ που καθόμαστε είναι οι όχθες του και πάντα φυσάει ένα γλυκό αεράκι.

Είχα αρκετά προβλήματα με τους γείτονες. Στην αρχή ήθελαν διακαώς να με διώξουν, μου έφερναν την αστυνομία κατηγορώντας για διάφορα ανυπόστατα ζητήματα. Στο τέλος οι ίδιοι οι αστυνομικοί μου είπαν ότι τις καταγγελίες τις κάνουν οι γείτονες. Δεν ξέρω τι ήθελαν να κερδίσουν. Μου πετάγανε τα σκουπίδια τους στην πόρτα μου. Μέχρι που έβαλα κάμερες. Προχθές η κάμερα έπιασε έναν γείτονα να προσπαθεί να μου κόψει την ροδιά στην πόρτα του καφενείου. Πρόλαβα να την σώσω οριακά.

Brandy Sour με έμαθε να φτιάχνω ο πατέρας μου. Πλέον έχει φύγει από την ζωή. Αυτό σερβίρω στο μαγαζί. Eίναι το μοναδικό κυπριακό κοκτέιλ το οποίο πίναμε πολύ μέχρι το 1990 όπου άρχισαν να γίνονται τις μόδας οι διεθνείς συνταγές κοκτέιλ. Φτιάχνεται με Brandy, sprite, δυόσμο και λεμόνι. Έχουν έρθει μέχρι και από Ιαπωνία να πιούν το Brandy Sour του Καφενείου. Το είδαν λέει σε ντοκιμαντέρ του Lonely Planet. Κάθε φορά που το ετοιμάζω είναι μια μικρή ιεροτελεστία, ο νους μου είναι προσηλωμένος στην διαδικασία, δεν πάει ούτε στο παρελθόν ούτε στο μέλλον. Είναι διαλογιστικά εκεί. Με αυτόν τον τρόπο νιώθω ότι φέρνω τον πατέρα μου κοντά μου.

Το Χαράτσι δεν είναι απλό μαγαζί. Είναι τόπος σύνδεσης. Οι θαμώνες έρχονται εδώ γιατί νιώθουν οικεία, σαν να βρίσκονται στο σπίτι τους. Παράλληλα γνωρίζονται μεταξύ τους, κάνουν σχέσεις και οικογένειες. Νιώθω πολύ όμορφα όταν πλέον έρχονται ζευγάρια με τα παιδιά τους και ξέρω ότι όλα ξεκίνησαν από εδώ. Κρατάω τις τιμές χαμηλές, θέλω να είναι προσιτές για όλους. Το Brandy Sour για παράδειγμα έχει μόνο 5 ευρώ! Πού αλλού θα βρεις κοκτέιλ με 5 ευρώ;

Ο Σταύρος είναι ποιητής. Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές. Επίσης γράφει ταινίες μικρού μήκους.

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για το μαγαζί ΕΔΩ