ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Τώνια Μισιαλή: «Αφηγούμαι ιστορίες για γυναίκες γιατί δεν ειπώθηκαν αρκετά»

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΔΕΡΜΑΤΑ

Είναι Παρασκευή πρωί. Περιμένω στο μπουφέ του Nero να παραγγείλω καφέ και εμφανίζεται η Τώνια. Έχει αυτό τον αέρα των καλλιτεχνών που μ’ αρέσει να χαζεύω σε κάθε λεπτομέρεια. Νιώθω πως ό,τι φορά και ό,τι εκπέμπει είναι τοποθετημένο με σκηνοθετική επιμέλεια, δημιουργώντας ένα σύνολο που φωνάζει «είμαι διαφορετική». Είναι ιδιαίτερη, σαν αερικό, όπως την περίμενα.

Καθόμαστε έξω και αρχίζουμε να μιλάμε. Οι εμπειρίες μας, με έναν περίεργο τρόπο, είναι διαφορετικά ίδιες, και νιώθω κάτι που σπάνια νιώθω με ανθρώπους. Σκέφτομαι ότι αυτό το αερικό θα ήθελα να ήταν φίλη μου. Ξεκινά να μου λέει για τη ζωή της και την πορεία της στον χώρο του κινηματογράφου, κι εγώ ακούω, απολαμβάνοντας την αφήγησή της.

«Γεννήθηκα στην Αμμόχωστο. Ήμουν ενός όταν έγινε ο πόλεμος. Οι γονείς μου ήταν κι οι δύο από εκεί. Φύγαμε, πήγαμε στη Λεμεσό και φιλοξενηθήκαμε από συγγενείς σε χωριά, μέχρι που βρήκαμε το δικό μας σπίτι. Μείναμε εκεί έναν χρόνο με τη μητέρα μου και τη γιαγιά μου, γιατί ο πατέρας μου πήγε στο Ντουμπάι για δουλειά- στην Κύπρο τότε δεν υπήρχαν ευκαιρίες μετά τον πόλεμο.

Κάποια στιγμή βρεθήκαμε και στην Αθήνα. Φύγαμε κι από εκεί και τελικά, όταν ήμουν τριών χρονών, καταλήξαμε στη Λευκωσία. Εδώ μεγάλωσα. Η μαμά ήταν η κλασική νοικοκυρά, έμενε σπίτι για να μας μεγαλώσει, και ο μπαμπάς δούλευε ακατάπαυστα. Έχω έναν αδερφό πέντε χρόνια μικρότερο.

Πεθυμώ την ελευθερία και την ανεμελιά που είχαμε μικροί. Μέναμε έξω μέχρι αργά, κάναμε ποδήλατα, γυρίζαμε στις γειτονιές χωρίς φόβο. Ήταν πολύ όμορφα. Ωστόσο, στην παιδική μου ηλικία υπήρχε πάντα μια υποβόσκουσα θλίψη από την εισβολή. Η μαμά μου έχασε τον αδερφό της, και ο πατέρας μου ήταν μπροστά όταν τον σκότωσαν. Ήταν ένα τραύμα που κουβαλούσε όλη η οικογένεια, ασυνείδητα.

Πήγα δημοτικό και μετά στην Αγγλική Σχολή. Ύστερα πήγα στην Αγγλία να σπουδάσω Hotel and Catering Management. Δεν εξάσκησα ποτέ το επάγγελμα- δεν μου άρεσε. Το επέλεξα γιατί δεν τολμούσα να πω ότι μου άρεσαν οι τέχνες. Η κοινωνία τότε ήταν πολύ κλειστή. Δεν ήθελα να γίνω δικηγόρος, γιατρός ή λογιστής, κι έτσι σκέφτηκα ότι τα ξενοδοχειακά ήταν κάτι πιο δημιουργικό. Μέσα σε δύο μήνες κατάλαβα ότι δεν ήταν για μένα.

Γύρισα στην Κύπρο και είπα στον μπαμπά μου ότι δεν θέλω να συνεχίσω, αλλά με έπεισε. Οι γονείς μου πίστευαν ότι η σκηνοθεσία δεν έχει μέλλον. Πήρα το πτυχίο και μετά έκανα αυτό που ήθελα, όπως μου είχε υποσχεθεί. Όταν του είπα ότι θέλω μάστερ, μου είπε “φτάνει”. Του κρατούσα πίκρα για χρόνια, αλλά πριν φύγει μου ζήτησε συγγνώμη και μου είπε ότι δεν έπρεπε να με πιέσει.

Νιώθω ότι οι γυναίκες είμαστε θύματα και χρειάζεται μεγάλη δύναμη για να απεγκλωβιστούμε. Για τους άντρες είναι πιο εύκολα τα πράγματα. Πιο δύσκολα θα αρνηθούν σε έναν άντρα να σπουδάσει σκηνοθεσία απ’ ό,τι σε μια γυναίκα. Δεν φταίνε οι γονείς μας- έτσι έμαθαν. Εμείς πρέπει να μάθουμε να επαναστατούμε.

Μετά τα ξενοδοχειακά σπούδασα media production. Βιαζόμουν πολύ να κάνω αυτό που ήθελα και δεν περίμενα να πάω σε καλύτερο πανεπιστήμιο. Όταν γύρισα, ένιωθα ότι δεν είχα μάθει ουσιαστικά να κάνω ταινίες. Έπιασα δουλειά σε κανάλι, δούλεψα αρκετά χρόνια, μετά έκανα δική μου δουλειά με μοντάζ και corporate videos. Ξαναγύρισα στα κανάλια, γέννησα την κόρη μου, και αργότερα άρχισα να φτιάχνω χειροποίητα αξεσουάρ με μια φίλη μου-πήγαν πολύ καλά.

Ήθελα όμως κάτι πιο σταθερό με το παιδί, κι έτσι επέστρεψα στην τηλεόραση. Δούλεψα δύο χρόνια και μετά πήγα στο ΡΙΚ, όπου σκηνοθετούσα ειδήσεις. Εκεί είπα “τέλος”. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα ξαναδουλέψω σε τηλεοπτικό σταθμό, ακόμη κι αν δεν έχω να φάω.

Προτιμώ να γίνω ταμίας ή οτιδήποτε άλλο, παρά να επιστρέψω εκεί. Πείσμωσα και έκανα πιλότο για μια σειρά. Δεν αγοράστηκε, αλλά δεν το έβαλα κάτω. Αποφάσισα να κάνω μια ταινία μικρού μήκους. Πήγε πολύ καλά-βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο- και έτσι ξεκίνησε η πορεία μου στον κινηματογράφο.

Πάντα ήθελα να κάνω κινηματογράφο, αλλά δεν τολμούσα. Μετανιώνω που άργησα τόσο. Έκανα το “Dead-End”, βραβεύτηκε στο Λοκάρνο, και στη συνέχεια μου πρότειναν δουλειά στο Cyprus Film Days. Ήμουν artistic director για οκτώ χρόνια, μια εξαιρετική εμπειρία. Είδα άπειρες ταινίες, ταξίδεψα σε φεστιβάλ και δημιούργησα ένα πολύ δυνατό δίκτυο.

Λίγο πριν από αυτό είχα κάνει τη δεύτερη μικρού μήκους, “Το Νανούρισμα της Πεταλούδας”, και παράλληλα άρχισα να γράφω την πρώτη μου μεγάλου μήκους, την “Παύση”. Η “Παύση” πήρε αρκετά βραβεία, με πιο σημαντικό το FIPRESCI, το βραβείο της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου.

Μετά την “Παύση” συνειδητοποίησα ότι θέλω να αφηγούμαι ιστορίες για γυναίκες. Όταν διάβασα το σενάριο της “Σμαράγδας”, μου άρεσε πολύ. Ο Αιμίλιος Αβραάμ έγραψε έναν γυναικείο χαρακτήρα με τρόπο που δύσκολα θα έγραφε μια γυναίκα και αυτό το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον.

Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν όταν δεν εγκρίθηκε η χρηματοδότηση από Ελλάδα και Ιταλία. Έπρεπε να κάνουμε την ταινία μόνο με κυπριακή χρηματοδότηση και ένα μικρό ευρωπαϊκό κονδύλι. Μας έλειπαν περίπου 300.000 ευρώ. Μαζευτήκαμε με την ομάδα και κόψαμε ό,τι μπορούσαμε: σενάριο, μέρες γυρισμάτων. Τελικά την κάναμε σε 21 μέρες—χρόνος ρεκόρ.

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου παραγωγό, αλλά σκηνοθέτη. Οι συγκυρίες με οδήγησαν και στην παραγωγή.

Όταν ξεκίνησα, ήμουν πολύ αφελής, δεν έβλεπα τις δυσκολίες. Τώρα καταλαβαίνω ότι αυτό με βοήθησε. Σήμερα παίρνω το ρίσκο συνειδητά.

Τα μεγαλύτερα εμπόδια στον κυπριακό κινηματογράφο είναι τα χρήματα και η έλλειψη τεχνικών. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πολλές ταινίες ταυτόχρονα γιατί δεν υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι και εξοπλισμός. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν ευκαιρίες. Το Υφυπουργείο Πολιτισμού δίνει περισσότερα από την Ελλάδα- το θέμα είναι να τολμήσεις να κάνεις αίτηση. Εγώ έκανα τρεις φορές μέχρι να εγκριθώ.

Ως γυναίκα χρειάστηκε να αποδείξω την αξία μου για τα πιο απλά πράγματα. Ο χώρος της διαφήμισης είναι ανδροκρατούμενος. Έχω σκηνοθετήσει ταινίες, κι όμως μου ζητούσαν αποδείξεις, ενώ σε άντρες συναδέλφους δεν συνέβαινε το ίδιο. Είναι ξεκάθαρα πατριαρχικό.

Το μεγαλύτερο άγχος μου ως παραγωγός είναι αν θα φτάσουν τα χρήματα. Ως σκηνοθέτης, αν θα καταφέρω να αποτυπώσω αυτό που έχω μέσα μου και αν θα «μιλήσει» στον κόσμο.

Από τη μία είμαι περήφανη για όσα έχω κάνει, από την άλλη νιώθω ενοχή για το παιδί μου. Δεν ήμουν η “κλασική” μαμά. Μπορεί να ήμουν έναν μήνα συνέχεια μαζί της και μετά να έλειπα δύο εβδομάδες. Με ρωτούσε γιατί δεν είμαι σαν τις άλλες μαμάδες, και της έλεγα ότι είναι όμορφο να είμαστε διαφορετικοί.

Σε μια ταινία με συγκινεί το συναίσθημα- να ταυτιστώ, να νιώσω τους χαρακτήρες, να δω ότι ο σκηνοθέτης έβαλε ένα κομμάτι του εαυτού του. Αντίθετα, απεχθάνομαι τα flashbacks και την υπερβολική μουσική.

Θα ήθελα να κάνω μια ταινία φαντασίας- ένα δραματικό fantasy. Θα την κάνω. Θα αφορά μια γυναίκα που προσπαθεί να απελευθερωθεί από τα δεσμά της. Με ιντριγκάρει ακόμη και το Marvel.

Νιώθω περήφανη κάθε φορά που ξεπερνώ μια δυσκολία. Έτσι νιώθω ότι χτίζω κάτι σιγά σιγά. Στη σκηνοθεσία ένιωσα ότι τα κατάφερα μόνη μου, οι γονείς μου δεν είχαν καμία σχέση με τον χώρο. Αυτό μου δίνει μια αίσθηση προσωπικής εξέλιξης.

Το περασμένο καλοκαίρι γύρισα τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία μου, “The Lion at My Back”. Την ολοκλήρωσα πριν λίγες μέρες. Αφορά ξανά γυναίκες -μια μητέρα και μια κόρη- και τη σχέση τους, που δεν είναι συμβατική. Η κόρη είναι από τη Σενεγάλη και ήρθε ως ασυνόδευτο παιδί στην Κύπρο. Όταν γίνεται 18, πρέπει να φύγει από το ίδρυμα. Εκεί γνωρίζει μια Κύπρια, πρώην τοξικομανή, που προσπαθεί να επανακτήσει την κηδεμονία της κόρης της. Στην αρχή η μία εκμεταλλεύεται την άλλη, αλλά σταδιακά δημιουργείται ένας ισχυρός δεσμός. Είναι μια ωδή στη μητρότητα.

Στην ταινία παίζει η Ελένα Καλλινίκου και μια αφρικανογαλλίδα ηθοποιός. Η πρεμιέρα θα γίνει στο εξωτερικό και μετά θα έρθουμε στην Κύπρο, στο Cyprus Film Days.

Στη νεότερη Τώνια θα έλεγα: να πάρει ρίσκα, να μη φοβάται, να μην καθυστερεί. Ήθελα να κάνω ταινία από τα 15 μου και έκανα στα 40.»