Loading...
Στο πλαίσιο των «Grape Talks», στο πρόσφατο event «GRAPES / Sips & Scenes», ο ιδιοκτήτης του μπαρ Κασκαντέρ στη Λύμπια, έκανε μια ωραία ομιλία αναφερόμενος στο χτες, το σήμερα και το αύριο του κυπριακού κρασιού στην εστίαση.
Αν έχεις βρεθεί στο μπαρ του, ξέρεις σίγουρα από πρώτο χέρι πώς δουλεύει ο Μιχάλης. Πόσο αγαπά το κυπριακό κρασί, πόσο το προωθεί και με τι πάθος σερβίρει τα κρασιά που ο ίδιος ανακαλύπτει, συνήθως μετά από επισκέψεις στα πολύ καλά κυπριακά οινοποιεία που διαθέτουμε πλέον ως χώρα. Πολύ συχνά μάλιστα φιλοξενεί τους ίδιους τους οινοπαραγωγούς στον Κασκαντέρ, δίνοντας την ευκαιρία στους πελάτες του να γνωρίσουν τους ανθρώπους που επανεφηύραν τις γηγενείς ποικιλίες, που αγαπάνε με πάθος τα αυτόριζα, προφυλλοξηρικά αμπέλια, που αναδεικνύουν το terroir, που κάνουν ηρωικές αμπελουργίες.
Για όλα αυτά μίλησε και στη δεκάλεπτη ομιλία του, στο event όπου το Wiz ήταν Χορηγός Επικοινωνίας.
Διαβάστε παρακάτω και επιπλέον δείτε το σχετικό απόσπασμα στο 59.20 του βίντεο:
Ζούμε σε έναν παράξενα μαγικό τόπο που όλα -ή σχεδόν όλα- πάνε κατά διαόλου.
Ζούμε σε έναν παράξενα μαγικό τόπο όπου φτιάχνεται κρασί εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Ένα από τα πράγματα που δεν πάνε κατά διαόλου σε αυτόν τον παράξενα μαγικό τόπο είναι το κρασί.
Αντιθέτως, μάλιστα. Διανύουμε την περίοδο όπου έχουμε τη δυνατότητα να σερβίρουμε το καλύτερο κυπριακό κρασί που έπιναν ποτέ οι κάτοικοι αυτού του τόπου.
Έχουμε την τύχη να συντηρούμε σήμερα στις κάβες μας ντόπιο κρασί ποιότητας.
Κορτώνουμε γι’ αυτά, τα κρατάμε για χρόνια, τα φυλάμε για ειδικές περιστάσεις και ιδανικά γευστικά ταιριάσματα. Και τα φιλάμε. Με γιώτα. Γλωσσόφιλα τους δίνω.
Κουμανταρίες σε μισελίν σταρ, θολά σε χιπστερογουάιν μπαρ της Αθήνας, γιαννούδια σε φίνα εστιατόρια του εξωτερικού.
Μπορώ να κατανοήσω γιατί χώροι εστίασης δεν ήθελαν να σερβίρουν κυπριακό κρασί στο παρελθόν. Τεράστιες ποσότητες, νοοτροπία μαζικής παραγωγής, πρωτόκολλα οινοβιομηχανιών, καθόλου σύνδεση με το αμπέλι.
Είχαμε από τη μια το υπόγειο του παππού με τα πιθάρκα και από την άλλη τα εργοστάσια με τα κουτσοζούμια.
Το 2015 στη Λεμεσό, στον Φανό Θυέλλης, με ρωτούσαν οι επισκέπτες: «έχεις κρασί χωρκάτικο;». Ήταν αυτονόητο, τότε, ότι ένα καφενείο θα είχε παγούρια με σπιτικό, στερκό κρασί. Κι όμως. Τους απογοήτευα και τους προκαλούσα να δοκιμάζουν διάφορα άλλα χωρκάτικα. Ναι· σε χωρκά γίνονται τζαι τούτα. Απλά εν εμφιαλωμένα, φέρουν ετικέτα. Ξέρουμε ποιος το κάμνει. Αυτοί ζητούσαν «χωρκάτικο», «σπιθκιάσιμο» γιατί δεν είχαν εμπιστοσύνη σε ό,τι ήταν συνηθισμένοι να βρίσκουν εκεί έξω σε φιάλες.
Τους έβαζα να πιουν σε κολωνάτα και με έβλεπαν καλά καλά. Πού εν η καντήλα;
Παραλάμβανα ροζέ και διερωτούνταν ποιος τα πίνει. «Μα εν κρασί το ροζέ σιορ;». Και δεν μιλώ για ηλικιωμένους θαμώνες. Νεαροί εξενίσταντο. 2015 μ.Χ.
Με υπομονή και επιμονή, γουλιά γουλιά, πάλευα να κερδίσω την κρασοεμπιστοσύνη τους. Τους εμφάνιζα ένα κρασί που ανακάλυψα, μια καινούρια ετικέτα, αναφερόμουν σε κάποιους πελλούς που κάμνουν το τάδε και το δείνα… Το πάθος που εισέπραττα πάνω στα οινοποιεία από τους ανθρώπους που επάσκιζαν, που πειραματίζονταν, που επένδυαν, που με έβαλλαν σπίτι τους, ήθελα να το κατεβάσω στην πόλη και να το επικοινωνήσω. Να το βροντοφωνάξω με κάθε τρόπο (πράμα που συνεχίζω να κάμνω και τώρα δηλαδή).
Αν το καλοσκεφτείς, δεν πέρασαν πολλά χρόνια. Έγιναν άλματα. Είμαστε περήφανοι.
Σήμερα όλο και περισσότερες επιλογές. Οι μικροί παραγωγοί διώχνουν τη ρετσινιά που στιγμάτιζε το κυπριακό κρασί. Οι ρομαντικοί, οι επίμονοι.
Είδαμε/ήπιαμε αυτή την αλλαγή. Τη βλέπουμε και την πίνουμε την εξέλιξη. Ζούμε την ιστορία του σύγχρονου κυπριακού κρασιού και αυτό προσπαθώ να περάσω και στους καλεσμένους μου. Γίνονται κι αυτοί αρωγοί, μέτοχοι. Βιώνουμε την αναγέννηση του κυπριακού κρασιού.
Νιώθω αγαλλίαση όταν βλέπω στο πρόσωπο που έχω απέναντί μου το βλέμμα της ικανοποίησης.
Αισθάνομαι ευτυχής όταν θα πλησιάσει για να με ρωτήσει:
«ρε φίλε, θύμισέ μου ξανά ίντα που πίνω;»
«να το φκάλω μια φωτογραφία;»
«πού το βρίσκω τούτο;»
«μα εν κυπριακό;»
Πληρούμε σήμερα, θεωρώ, ως κυπριακός αμπελώνας, όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία αναζητά ένας οινοχόος προκειμένου να εντάξει κρασιά στην ψαγμένη λίστα του.
ΓΗΓΕΝΕΙΣ ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ, αυτόριζα, προφυλλοξηρικά αμπέλια. Terroir. Ηρωικές αμπελουργίες. Έχουμε την τύχη να πίνουμε κρασί από την αυθεντική άμπελο, την ευρωπαϊκή, πριν μπασταρτέψει. Αμπέλια-θησαυρός.
Με λίγα λόγια, όλα αυτά που συγκινούν και τους οινογράφους, τους master of wine, τους διακεκριμένους σομελιέ. Η τάση της εποχής μάς ευνοεί να παίξουμε με αυτά.
Αυτά θέλει και ο «απλός» κόσμος, χωρίς όμως να το ξέρει. Και εδώ έρχεται ο ρόλος μας. Μίλα του άλλου, εξήγα του. Πρότεινέ του, πάρ’ το πάνω σου, ρώτα τον τι πίνει συνήθως / τι κρασιά του αρέσουν και νιώσε άνετα να του βάλεις να δοκιμάσει. Μην φοβηθείς να ανοίξεις φιάλες. Βγάλε τον μέσο οινόφιλο από την πεπατημένη, σπάσε του τα ταμπού, τσάκισε του τα γευστικά κλισέ.
Χαμογελώ διπλά στον πελάτη που του αφήνεις τη λίστα με τα κρασιά και διστακτικά σου λέει «εν τζαι καταλάβω που κρασί», λες και όσοι πίνουν κρασί ή θέλουν να δοκιμάσουν κρασιά κατά την έξοδό τους πρέπει να δείχνουν διπλώματα και διαπιστευτήρια.
Μ’ αρέσει να σερβίρω στο μπαρ μου πλάσματα που κατέχουν από κρασί, που ήπιαν κρασάρες στη ζωή τους, αλλά να σας πω την αλήθεια… Λατρεύω να σερβίρω ανθρώπους που δεν έχουν ιδέα από κρασί, αλλά θέλουν να δοκιμάσουν. Που θέλουν να μπουν σε αυτό το ταξίδι.
Μετακόμισα στο χωριό το 2020 για ποιοτικότερο και ποιητικότερο τρόπο ζωής. Και διαμέσου του μπαρ μου προσπαθώ αυτό να το μεταλαμπαδεύω και στους καλεσμένους μου. Με αλήθεια και με παραμύθια. Πρόσεξε: παραμύθια, όχι ψέματα. Παραμυθένια οινικά αφηγήματα.
Μιλώ για ποίηση και για αυθεντικότητα και το κρασί του τόπου μας -οι γηγενείς ποικιλίες- τι άλλο πέρα από αυτό είναι;
Έχει σπουδαίο όπλο στη φαρέτρα του ένας σομελιέ, ένας σερβιτόρος, ένας μαγαζάτορας. Έχει τη δυνατότητα να σερβίρει κρασί και να είδε στα μάτια τον οινοποιό που το έφτιαξε, να έσφιξε το χέρι της οινολόγου, να τρύγησε μαζί της.
Μα δεν είναι σπουδαίο; Να σερβίρεις κρασί ξέροντας πώς μυρίζει το οινοποιείο, τι θέα έχει από τη βεράντα του, να έχεις περπατήσει στο αμπέλι από το οποίο γίνεται το κρασί που σερβίρεις;
Και την ίδια ώρα να μπορείς να προτείνεις του πελάτη σου: «ξέρεις, αφού σου άρεσε τούτο το κρασί, το Σάββατο πιάσ’ το αυτοκίνητο και πήγαινε μια εκδρομή να γνωρίσεις αυτόν που το παράγει». Μαγεία δεν είναι τούτο;
«Μόνον ωραία πράματα;» να με ρωτήσεις. «Εν βρίσκεις λάθη σε τούτη την υπόθεση;»
Φυσικά, αλλά άμα τα βάλεις πάνω στη ζυγαριά, δεν θεωρώ πως είναι ικανά να μου χαλάσουν το όνειρο ούτε να μας οδηγήσουν σε πισωγυρίσματα.
Ας πούμε, θεωρώ πως στο εξωτερικό -τηρουμένων των αναλογιών και των μεγεθών- πάμε καλά. Ξεκίνησε μια κινητικότητα. Υπάρχει ενδιαφέρον.
Πιστεύω πως η μάχη εν στο εσωτερικό που πρέπει να δοθεί. Ακόμα υπάρχει κάμποσος δρόμος. Υπάρχει τόσο πρόσφορο έδαφος στις γειτονιές. Στα συνοικιακά σουβλιτζίδικα, στις μικρές ταβέρνες. Στα μπαρ. Βαριέμαι αφόρητα να βλέπω κάτι αδιάφορα aviation μπουκάλια, κάτι ασήμαντα ιταλικά, ελληνικά και ξέρω γω τι άλλα, επειδή τα έφκαλε προσφορά ο μπακάλης ή η κάβα σου… Δηλαδή ρε μεγάλε, αλήθεια; Θκιαλέεις τες τομάτες μιαν μιαν, ψάχνεσαι για το ψάρι με το οποίο θα φτιάξεις σεβίτσε, και δεν βάλεις 3 ετικέτες κυπριακό νόστιμο κρασί; Γιατί εν ακριβό τάχα; Ή δεν το ζητούν… τούτο το «ΔΕΝ ΜΟΥ ΤΟ ΖΗΤΟΥΝ» εν ο χάρος μου.
Έκαμες ένα μπαρ όπου εσχεδίασε ο ντιζάινερ σου μέχρι και τα πόμολα στις τουαλέτες, έχεις ειδικό για τα social σου και σκέφτεσαι την προσφορά που θα σου κάμει η εταιρεία για το τάδε κρασί;
Μαγαζάτορες, ξεφοηθείτε το κυπριακό κρασί. Εν μαζί σας, σύμμαχός σας.
Και η κουμανταρία μας. Η κουμανταρία που μπήκε προχθές στον κατάλογο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO. Η κουμανταρία με το χρυσό παρελθόν και το λαμπρό μέλλον. Βάρτε κουμανταρίες πας το μενού σας. Βάλτε στην καρτέλα με τα επιδόρπιά σας και κουμανταρίες. Πιείτε την δροσερή σε ωραίο ποτήρι. Η κουμανταρία εν τρελό value for money επιδόρπιο κρασί.
Πριν κατεβώ, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Γιώργο τον Χατζηστυλιανού. Τον πρώτο διδάξα. Τον πιο ριζοσπάστη σομελιέ. Τον πρώτο που μου μίλησε για terroir και raw κρασιά. Τον πρώτο που είπε πως το Ξυνιστέρι παλαιώνει.