«Joker»: Κοινωνικό σχόλιο ή προσωπική κόλαση;

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΛΑΗΣ

Σε ένα άτυπο… «Joker begins» ο Phillips πασκίζει να μας πείσει πως όλα συμβαίνουν κατά το «εικός και το αναγκαίον» καταφεύγοντας σε κάθε απαραίτητο εξευτελισμό του ήρωά του, που μεταφράζεται σε μια σταυροφορία δικαίωσης ενός αφηνιασμένου αντιήρωα. Η εκλογίκευση των πράξεων ενός ψυχικά διαταραγμένου ήρωα αποτελεί δύσκολο δραματουργικό ελιγμό, στον οποίο ο Phillips ακροβατεί τολμηρά και ενίοτε – δυστυχώς - ασύμβατα, η ακραία, όμως, και αυτόφωτη ερμηνεία του Phoenix δεν συντονίζεται με την προσπάθειά του κι έτσι η ταινία αποκτά δύο ταχύτητες, με την πρώτη να μένει κάπου στα μισά.

Στην προσπάθειά του να «κατανοήσει» τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ένας περιθωριακός ήρωας καταλήγει να μεταμορφωθεί στον ηγέτη (έστω ακούσια) μιας κοινωνικής επανάστασης, ο σκηνοθέτης στήνει ένα δράμα βολικής τηλενουβέλας που εν τέλει «δικαιολογεί» την έκρηξή του, χωρίς να είναι αυτό το ζητούμενο, βέβαια. Από την αρχή της ταινίας, όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το σύμπαν της μιζέριας του πρωταγωνιστή είναι σπαρμένα βολικά στην πλοκή: ο Άρθουρ βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής, με τη μάνα του, τη δουλειά του και το… ταλέντο του να αποτελούν το μοναδικό χαλινάρι που κρατάει την αφηνιασμένη του φύση ένα βήμα πριν τη μεγάλη έκρηξη. Από την εισαγωγή, λοιπόν, ξέρουμε ήδη πως για να καταλήξει εν τέλει να επαναστατήσει θα πρέπει ένα προς ένα αυτά τα στοιχεία να διαψευστούν, οδηγώντας τον στην καταστροφή.

Οι ψηφίδες αυτές γιγαντώνουν την αγανάκτησή του κι εκεί που το προσωπικό δράμα του ήρωα συναντά τις κοινωνικές ανισότητες στο πρόσωπο του πολυεκατομμυριούχου και υποψηφίου δημάρχου Τόμας Γουέιν τα πράγματα κάπως μπερδεύονται. Με έναν περιπετειώδη ελιγμό, ο Γουέιν εναντιώνεται απρόσωπα στον Τζόκερ, ο οποίος δολοφόνησε τρεις μπούληδες στο μέτρο κι ο τελευταίος μαθαίνει ότι ο Γουέιν είναι ο πατέρας του. Εκεί, λοιπόν, που ο Τζόκερ εξοπλίζεται με ένα πρώτης τάξεως προσωπικό κίνητρο να εναντιωθεί στην εξουσία, το κίνητρο αυτό καταρρέει, αφού αποκαλύπτεται πως όλα αυτά αποτελούσαν μύθευμα της θετής μητέρας του, η οποία όχι μόνο τον υιοθέτησε, αλλά έπεισε τον εαυτό της πως ο Άρθουρ είναι ο καρπός του έρωτά της με τον Γουέιν. Η πλοκή, επομένως, καταφεύγει σε ακρότητες που απειλούν την αρχή του ευλογοφανούς, πατώντας σχεδόν με αφέλεια στο δόγμα «Desperate times call for desperate measures» την ίδια στιγμή που ο Phoenix πασκίζει και πάσχει (δραματουργικά) να φέρει στο φως με την ερμηνεία του την ψυχική διαταραχή του ήρωα που υποδύεται, ως το κυριότερο στοιχείο που τον οδήγησε στις μετέπειτα πράξεις του.

Ενσαρκώνει, έτσι, με συνέπεια τον Τζόκερ, με ένα πραγματικά αινιγματικό γέλιο –κλαυσιγέλωτα- και καταφέρνει να αποφύγει τις υστερίες – συχνή παγίδα για ακραίους ρόλους, την ίδια στιγμή, όμως, που ο υποσιτισμός του, περισσότερο συνεισφέρει εικαστικά στο αποτέλεσμα, παρά εντάσσεται λειτουργικά στην πλοκή. Η παρουσία του στην ταινία δεν αποτελεί αποκάλυψη (σε σχέση με προηγούμενούς του ρόλους), είναι όμως τόσο εύστοχη, με αποτέλεσμα να φωτίζονται ακόμη περισσότερο οι υπόλοιπες αδυναμίες της ταινίας.