Πήγαμε και είδαμε: Σαν Ρόδο και σαν Αίνιγμα

NEWSROOM WIZ-GUIDE

Της Αργυρώς Τουμάζου

Ένα πρόσφατο θεατρικό σκιτσογράφημα του γνωστού συγγραφέα Άκη Δήμου για την αφανή σύζυγο του Σαίξπηρ πάνω από το νεκρικό κρεββάτι του συγγραφέα παρουσιάζει το θέατρο δέντρο. Λίγο πριν ξεψυχήσει ο φημισμένος βάρδος, ξεσπάει πια το αγγλικό ρόδο της επαρχίας, η παρατημένη από καιρό κυρά του, σ’ένα γλυκόπικρο μοιρολόι της ζωής της. Μονάχη αφηγείται και διαλογίζεται τα φαντάσματα  των περιβόητων σαιξπηρικών ηρώων, ενώ στο διάσημο αμλετικό ερώτημα απαντάει με ένα οριστικό  «Να Ζεις!» βέβαια, αντιτάσσοντας το δικό της τελικό επιχείρημα, «σκέψου να γέρναγες δίπλα μου!», σαν το τίμημα της συγγραφής.

Ο μονόλογος της κας Σαίξπηρ που ο συγγραφέας εμπιστεύτηκε στην ηθοποιό Στέλλα Φυρογένη, βραβευμένη πρωταγωνίστρια κι’ ενεργής εντός και εκτός ΘΟΚ πλέον, έδωσε την ευκαιρία στην ερμηνεύτρια να διαμόρφώσει, μαζί με τους μετρημένους συνεργάτες της, ένα θέαμα προσωπικής αισθητικής και μιας φόρμας που την εκφράζει. Ερμηνευτική περφόρμανς ακριβείας λοιπόν, σε διάλογο με  ζωντανή μουσική, ήχους και τραγούδι από τη μια και καθοριστικούς φωτισμούς/προβολές και μίνιμαλ σκηνικά αντικείμενα από την άλλη, όπου όντως η ηθοποιός ξεδιπλώνει την λεπτεπίλεπτη σκηνική γοητεία της.

Κάπως έτσι αυτόσκηνοθετείται η κα Σαίξπηρ (ερμηνεία-σκηνοθεσία Στέλλα Φυρογένη), σαν ένα σκοτεινό, ειρωνικό αλλά κι’ ανάλαφρο σαιξπηρικό σονέτο, με τον γνωστό κιθαρίστα των Mode Plagal Κλέων Αντωνίου ν’ αυτοσχεδιάζει και να λουπάρει διακριτικά, παρόλο το ψηλό καπέλο. Χαρακτηριστικά δημιουργικό κι’ απολαυστικό  ντουέτο στο φτιάξιμο της μπύρας. Από την άλλη οι αλλεπάλληλοι φωτισμοί του Χρίστου Γωγάκη και οι προβολές της Νικολέττα Καλαθά, κτίζουν ατμόσφαιρα μέσα από το σκοτάδι, με συνεχής αλλαγές κι φωτιστικές απομονώσεις, όπως ένα ορθογώνιο σαν φέρετρο ή προβολή που έμοιαζε με μαυροπούλια στο παράθυρο. Αν και τραχιές μερικές φορές οι μεταλλαγές, η συνεχής ροή τους σε κρατούσε σε αναμονή για το επόμενο φωτιστικό τοπίο, ακολουθώντας την επίσης έντονη κίνηση της Φυρογένη, με το υπέροχο κουστούμι να ανεμίζει. Το φευγαλέο ιντερλούδιο με τον σύντομο χορό τύπου boogie ήταν από τις μαγικές στιγμές της παράστασης.

Η εκλεπτυσμένη ερμηνεία της πρωταγωνίστριας βασίστηκε στις πολλές εναλλαγές και τον γρήγορο ρυθμό, ακόμα και στο λόγο, και σίγουρα έδιναν ενδιαφέρον και ροή στο θέαμα, αν και παραήταν πολλές για το προσωπικό μου γούστο και δήλωναν μια σχετική σκηνοθετική ανασφάλεια. Ενώ στα χαμηλόφωνα μέρη μπροστά-μπροστά, με λίγες μεγαλύτερες παύσεις, έβγαζε μια πολύ ωραία τονισμένη ένταση, στα πολλαπλά υψηλόφωνα μέρη που δοκίμασε, υιοθετώντας συχνά ειρωνικά καμώματα και μορφασμούς, ενίσχυε την ελαφρότητα μεν με ένα ανισόρροπο κυνισμό, χάνοντας όμως μέρος από το συναίσθημα της εσωτερικής συντριβής του χαρακτήρα. Χαρακτηριστικά ατυχής ήταν το ξέσπασμα του θυμού της, και λόγω κίνησης αλλά και λόγω της μικροφωνικής αντήχησης, ο λόγος και το βρισίδι που άκουσε ο βάρδος, ακουγόταν κούφιο, μακρινό, κι ας περπατούσε πάνω κάτω μπροστά μας. Βέβαια διαβάζοντας το σύντομο κείμενο μετά την παράσταση, που ευτυχώς! περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα, αντιλαμβάνεται κανείς ότι το πικρό χιούμορ του Δήμου, ελληνικό πέρα για πέρα, στο συνοπτικό της γραφής του βγαίνει έτσι κι αλλιώς κυνικό και χωρίς μεγάλη γείωση ή δόση δράματος, στοιχεία όμως που θα μπορούσαν να ενδυναμώσουν σκηνοθεσία κι ερμηνεία για να συνεπάρουν το θεατρικό κοινό, που εν πολλοίς αποτελείται από συζύγους και συντρόφισσες.