A star is born: Ας μιλήσουμε για…Γκάγκα

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΛΑΗΣ

O Bradley Cooper κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο και πρωταγωνιστεί με τη Lady Gaga σε ένα ριμέικ από τα παλιά, με μια ερωτική ιστορία που σεναριακά μένει ρηχή και με ερμηνείες που στέκονται αμήχανα και με προκλητική αυταρέσκεια (ειδικά η Gaga) μπροστά στον φακό και δεν μας χαρίζουν παρά μόνο ελάχιστες στιγμές «βιντεοκλιπίστικης» ηδονής, με υβριδικά τραγουδάκια τύπου Florida Georgia Line, που θέλουν, αλλά δεν μπορούν να είναι country.

H ιστορία δεν θα μπορούσε να είναι πιο… απλοϊκή: αλκοολικός μουσικός γνωρίζει και ερωτεύεται μια ταλαντούχα τραγουδίστρια την οποία βοηθά να ανέβει στο καλλιτεχνικό στερέωμα. H θεματική μοιάζει παλιακή από μόνη της και κάπως ξεπερασμένη, ωστόσο παρέχει αρκετές δυνατότητες, τις οποίες ο Cooper, επηρεασμένος από το τελευταίο remake του Pierson (1976) εκμεταλλεύεται με αρκετή επιδεξιότητα, πετυχαίνοντας τουλάχιστον στο επίπεδο της σκηνοθέσιας ένα πολύ ικανοποιητικό αποτέλεσμα.

Σεναριακά, ωστόσο, η ταινία είναι παιδαριώδης και αφελής, καθώς το νήμα δένεται σχετικά νωρίς – με την έξοχη στιγμή του «Shallow», που ωστόσο προδίδεται «εγκληματικά» για λόγους προώθησης στο Youtube – και κορυφώνεται στο πρώτο ημίωρο, με αποτέλεσμα η υπόλοιπη ταινία να μην λειτουργεί παρά μόνο ως αποκλιμάκωση.

Ο Jackson Maine, τύφλα στο μεθύσι, γνωρίζει σε ένα drag queen club την Ally – τη μόνη γυναίκα performer του κλαμπ -, ξαφνικά συνέρχεται, ακολουθεί ένας αναίτιος καβγάς σε ένα μπαράκι και καταλήγουν μαζί στο πάρκινγκ μιας υπεραγοράς να τραγουδούν ηδονικά ένα τραγούδι που μόλις σκάρωσαν. Η Ally, αρχικά, διστάζει να τον ακολουθήσει, όταν έπειτα από μια (δικαιολογημένη;) παρατήρηση του αφεντικού της (!) παίρνει την απόφαση να τα τινάξει όλα στον αέρα και να κυνηγήσει το όνειρό της.

Η άνοδος θα έρθει σχετικά εύκολα, μέσω της δημοτικότητας που αποκτά το ντουέτο τους στο Youtube, αλλά η πορεία που αναγκάζεται στη συνέχεια να ακολουθήσει παίρνει μια διαφορετική τροπή, καθώς εγκαταλείπει την country μουσική για να γίνει το επόμενο ποπ είδωλο. Η εσωτερική της σύγκρουση και οι αντιρρήσεις της δεν αποτυπώνονται παρά μόνο επιφανειακά, αφού οι ενστάσεις της δεν αφορούν στην ουσία της μουσικής της, αλλά στις αλλαγές της εμφάνισής της, και, έτσι, το πάθος για «καλή» μουσική εκπροσωπείται μόνο από τον Maine, που σε ένα και μόνο ξέσπασμα αμφισβητεί τις τρεις υποψηφιότητές της για Grammy, στην παραλίγο ενδιαφέρουσα στιγμή της μπανιέρας, η οποία αποδομείται στην αμέσως επόμενη σκηνή που της ζητά συγγνώμη για να επιστρέψουμε στο… «μικρό σπίτι στο λειβάδι».

Η χημεία πάσχει, το πάθος για μουσική απουσιάζει και παραμένουν οι φωνητικές ικανότητες και οι ερμηνευτικές εκλάμψεις των πρωταγωνιστών για να σώσουν μια ταινία χωρίς περιπέτεια, που μας οδηγεί αργά προς μια έξοδο που, εν τέλει, δεν μας ενδιαφέρει και πολύ. Το κομβικό σημείο, μάλιστα, όπου ο Maine αποφασίζει να εγκαταλείψει την Ally αναλαμβάνει να περαιώσει ο ατζέντης της, σε μια σεναριακά «παλιακή» στιγμή που θυμίζει πρόχειρες καθημερινές τηλενουβέλες. Όταν, μάλιστα, στην καταληκτική σκηνή η Ally τραγουδά το τραγούδι του συζύγου της, μας συγκινεί όσο θα μας συγκινούσε και η Lady Gaga σε μια συναυλία της ερμηνεύοντας το συγκεκριμένο τραγούδι, χωρίς να κουβαλούμε μαζί μας την προσωπική ιστορία της Ally και του Maine, που με τόσο κόπο μάς διηγήθηκαν τις προηγούμενες δύο ώρες. Αυτό θα μπορούσε να προσμετρηθεί στα θετικά της ταινίας…Αλλά υποπτεύομαι ότι δεν ήταν αυτή η αρχική πρόθεση. Καλή θέαση, λοιπόν…little monsters! Oι υπόλοιποι ας δούμε ξανά το «La la land».