Η άνοιξη του… φούρνου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΟΤΤΙΔΗΣ

Του Δημήτρη Λοττίδη

Το τελευταίο διάστημα ζούμε την «άνοιξη του φούρνου» κι όχι της Πράγας. Νέοι φούρνοι παντού. Μικροί, μεγάλοι, με ξυλόφουρνο, με γλυκά του ταψιού, γαλλικοί, βιενέζικοι, παραδοσιακοί και δεν συμμαζεύεται. Τους περισσότερους τους έχω δοκιμάσει. Τίποτα δεν συγκρίνεται με ένα κομμάτι ψωμί με άρωμα και επίγευση, παρέα μ' ένα αντίστοιχο κομμάτι τυριού. Εγώ προσωπικά μπορώ να ζήσω για έναν μήνα χωρίς να τρώω κάτι άλλο, είτε φρέσκο είτε της βδομάδας στο ψυγείο, το καλό ψωμί είναι τέχνη, που δύσκολα την αποκτάς και δύσκολα την εξελίσσεις.

Ένας φούρνος, όμως, για να είναι καλός, όλα όσα βγάζει από τη φωτιά πρέπει και να είναι καλά. Θυμάμαι παλιά όταν ήμουν μικρός, η μοναδική αλυσίδα φούρνων ήταν τα «Ηνωμένα Αρτοποιεία». Εκεί το κουλούρι και το ψωμί ήταν σε αξιοπρεπές επίπεδο. Αν πήγαινες πιο πέρα, το φραντζολάκι ήταν σαν φουσκωμένο ζυμάρι, αν έτρωγες και τη χαλλουμωτή ήταν κάτι σαν τεστ κοπώσεως για το στόμα σου.

Αυτό που έφερε ο «Ζορπάς» στην κυπριακή αγορά είναι η καλή ποιότητα παντού. Μπορεί να είναι μια τεράστια αλυσίδα με εργοστάσια και απρόσωπο φούρναρη σε κάθε του κατάστημα, όμως ο «Ζορπάς» έχει πετύχει να ανεβάσει τόσο ψηλά το επίπεδο, που δύσκολα τον ακολουθεί κάποιος σε αυτή τη κλίμακα μεγέθους.  Μου λένε για τους μικρούς φούρνους που ξεπήδησαν από την κρίση. Ναι, να τους στηρίξουμε, όμως διαθέτουν 2-3 προϊόντα καλά, και, δυστυχώς, πέντε που είναι κάτω του μέτριου. Άσε που και οι τιμές πίνουν νερό, πολύ νερό. Ο «Ζορπάς» επίσης κατάφερε και έναν άλλο πραγματικό άθλο: να μπαίνεις σε οποιοδήποτε κατάστημά του και να είναι λες και μπαίνεις σ΄ αυτό της γειτονιάς σου. Στα αριστερά ή απέναντι τα ψυγεία, δεξιά τα ψωμιά, στη μια γωνιά η ψησταριά, στην απέναντι ο καφές. Οι δε υπάλληλοι έχουν όλοι τις ίδιες κινήσεις, θα σου πουν τα ίδια πράγματα, θα σου χαμογελούν για τους ίδιους λόγους. Απίστευτη ομοιογένεια για μια επιχείρηση με δεκάδες καταστήματα. Και τα ψωμιά; Πάντα η ίδια ποιότητα, στο ίδιο σημείο, χωρίς ελλείψεις, είτε πας πρωί είτε πας στις δυο μετά τα μεσάνυχτα. Άθλος!

Και ύστερα ήρθε το «Paul»!Η μεγάλη αλυσίδα γαλλικών φούρνων που έγινε στην Κύπρο εστιατόριο. Φινέτσα, γεύση, αρώματα, με λίγες αλλά τοπ επιλογές για ψωμί, και μπακέτα που είναι όντως αξεπέραστη. Εγώ στο «Paul» τρελαίνομαι για τα σάντουιτς στη μπακέτα, με τυρί Έμενταλ ή Μπρι,  και πραγματικό ζαμπόν χωρίς επεξεργασία. Δαγκώνεις μ' έναν εσπρέσο παραδίπλα και η γεύση δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το «Cafe de la Paix» στο Opera Intercontinental, εκτός από… τις Παριζιάνες που περπατούν με χάρη στα πεζοδρόμιά του. Τα γλυκά κρέμας δεν με τρελαίνουν, μιας και είναι φτιαγμένα για τις κλιματολογικές συνθήκες του Παρισιού, όμως ό,τι έχει κρούστα και φύλλο είναι όνειρο.

Αν, λοιπόν, κάποιος θέλει να επιβιώσει σ’  αυτό τον νέο κόσμο των φούρνων, καλά θα ήταν να πάρει μαθήματα από τους αρχηγούς της Κύπρου και της Γαλλίας.