Loading...
Αρχές της δεκαετίας του ’90 και οι ορμόνες της εφηβείας έχουν κάνει απόβαση στο «είναι» μου. Δεν θέλω να κάνω παρέα με τους γονείς μου και αντιδρώ σε όλες τις προτάσεις τους με ένα άμεσο, επαναστατικό και μεγαλοπρεπές «ΟΧΙ». Άλλες φορές γίνεται αποδεκτό και άλλες… όχι. Και τότε έρχονται ομηρικοί καυγάδες.
Εκείνη την εποχή ο Βασίλης ακούγεται παντού στα ραδιόφωνα, αλλά εμένα δεν μου αρέσει. Κάτι με ξενίζει στην ιδιαίτερη φωνή του. Ώσπου η ξαδέρφη μου -φανατική Παπακωνσταντινική- έρχεται διακοπές στο χωριό και, φεύγοντας, ξεχνάει μια κασέτα του στο σπίτι μου.
Σκέφτομαι να του δώσω άλλη μία ευκαιρία και ένα βράδυ Σαββάτου την τοποθετώ ευλαβικά στο Walkman. Ήταν η στιγμή; Ήταν η επαναστατική διάθεση της ηλικίας; Ήταν κάποιος έρωτας; Ο Βασίλης έγινε η νέα μου λατρεία. Ώρες ατελείωτες οι κορδέλες της κασέτας γυρνούσαν, άλλαζα πλευρά και πάλι από την αρχή.
Μεγάλη Πέμπτη του ένδοξου 1994. Οι γονείς αποφάσισαν να πάμε να ακούσουμε τη λειτουργία σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν μία ώρα μακριά. Έγινα έξαλλη. Δεν έφτανε που δεν ήθελα να πηγαίνω εκκλησία, θα έπρεπε να μπω και στο αμάξι μαζί τους και να ταξιδέψω μία ώρα. Επέμενα να μη έρθω, όμως ήταν αδιάλλακτοι.
Έκλεισα με δύναμη την πόρτα του δωματίου, αφήνοντας εκδικητικά τον υπόλοιπο κόσμο -που καθόλου δεν με καταλάβαινε- απέξω, και πάτησα το play στο Walkman. Η φωνή του στ’ αυτιά μου ήταν βάλσαμο. Ήταν το ηρεμιστικό στις αφηνιασμένες ορμόνες μου.
Αυτό ήταν. Θα το έθετα ως όρο: αν θέλετε να έρθω στο μοναστήρι, στη διαδρομή θα παίζει μόνο Βασίλης. Το δέχτηκαν.
Έτσι ξεκινήσαμε για το μικρό, ευλαβικό μας ταξίδι, προετοιμαζόμενοι για την εκπλήρωση των θρησκευτικών μας καθηκόντων, ακούγοντας οικογενειακώς, στη διαπασών, τη «Σφεντόνα».
Ο Βασίλης είναι ένα κομμάτι από την εφηβεία μου. Είναι εκείνη η μελωδία που έντυνε την ψυχοσύνθεσή μου. Είναι τα μοναχικά εκείνα απογεύματα, οι επαναστάσεις μου, οι έρωτές μου, οι φίλοι μου. Ο τότε εαυτός μου.
Μπαίνοντας στην κατάμεστη από κόσμο συναυλία την Παρασκευή, κουρασμένη, καταϊδρωμένη και ενοχλημένη κάπως από την πολυκοσμία, ακούγοντάς τον να τραγουδάει στη σκηνή ένιωσα ότι δίπλωσε ο χρόνος . Ότι ξαφνικά συνάντησα τον αλλοτινό μου εαυτό. Ένιωσα βαθιά συγκίνηση, κι ας μην τραγουδούσε· ας μιλούσε μόνο.
«Ο Βασίλης μου… Ο Βασίλης μας…», σκεφτόμουν κοιτάζοντάς τον με αγάπη.
Δεν με ένοιαξε αν δεν ήταν η συναυλία που πήγαινα κάποτε. Αν η φωνή του έχει γεράσει, αν φαινόταν κουρασμένος, αν τα χρόνια πέρασαν και άφησαν το αποτύπωμά τους πάνω του. Εγώ τον κοιτούσα με την ίδια λατρεία.
Κάθε τραγούδι του ήταν ένα τελετουργικό συνάντησης με στιγμές, ανθρώπους και αισθήματα από το παρελθόν. «Μικρές Νοθείες», «Βράδυ Σαββάτου», «Πριν το Τέλος», «Σ’ Ακολουθώ».
Σ’ ακολουθώ κι εγώ πιστά, μοναδικέ μου καλλιτέχνη, και σ’ ευχαριστώ που σε αυτή τη ζωή έντυσες τις στιγμές μου με τις υπέροχες ερμηνείες σου.
Να είσαι καλά, Βασίλη μας. Και όσο μπορείς, να μας τραγουδάς και να μας ταξιδεύεις…