Πήγαμε και είδαμε: «Black Panther»

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΛΑΗΣ

Του Ανδρέα Μαλάη

H Marvel Cinematic Universe δέκα χρόνια μετά την πρώτη της ταινία (Iron Man, 2008) κυκλοφόρησε την πρώτη της ταινία με μαύρο υπερήρωα, τον εμβληματικό Black Panther, τον πρώτο μαύρο υπερήρωα στην ιστορία των αμερικανικών κόμικ. Πενήντα περίπου χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του κόμικ, ο Black Panther αποκτά, επιτέλους, κινηματογραφική παρουσία και, μάλιστα, τέτοια που δεν μπορεί εύκολα να αγνοηθεί, για πολλούς μάλιστα λόγους.

Την ταινία υπογράφει σκηνοθετικά ο χαρισματικός 31χρονος Αφροαμερικανός Ryan Coogler, ο οποίος μαζί με τον επίσης Αφροαμερικανό Joe Robert Cole υπογράφει και το σενάριο, ενώ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους θα συναντήσουμε τους Chadwick Boseman, Michael B. Jordan, Lupita Nyong'o κ.ά.

Η πλοκή της ταινίας μάς ταξιδεύει στη φανταστική πολιτεία της Wakanda, μιας κλειστής κοινωνίας που απωθεί το ξένο στοιχείο, καθώς στηρίζει τη δύναμή της και την τεχνική της πρόοδο στο ισχυρότερο μέταλλο στον κόσμο, το vibranium, το οποίο κατέχει σε αφθονία, γεγονός που οι λοιπές αναπτυγμένες χώρες της Δύσης αγνοούν. Όταν ο βασιλιάς της Wakanda πεθαίνει, τη θέση του θα πάρει ο γιος του, T'Challa, ο οποίος στη συνέχεια θα πρέπει να αντιμετωπίσει διάφορους εσωτερικούς και εξωτερικούς κινδύνους που απειλούν να διαβρώσουν τον τρόπο ζωής των κατοίκων της χώρας του και να εμπλέξουν τους κατοίκους στη δίνη ενός νέου παγκοσμίου πολέμου.

Η ταινία δομεί την πλοκή της, κλασικά, στη μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, με κεντρικό ζήτημα τη χρήση της τεχνολογίας: για το καλό ή το κακό της ανθρωπότητας; Τίποτα πρωτότυπο, τίποτα το ιδιαίτερο. Οι λεπτομέρειες, όμως, που συνθέτουν την πλοκή, κατατάσσουν την ταινία σε μια από τις καλύτερες του είδους. Ενώ δεν είναι η πρώτη ταινία με μαύρο υπερήρωα στην ιστορία του κινηματογράφου, ουσιαστικά η τομή εδώ επιτυγχάνεται από τη στιγμή που ο ήρωας τοποθετείται στη φανταστική πολιτεία της Wakanda. Για πρώτη φορά, ο πολιτισμός της Αφρικής παρουσιάζεται στον κινηματογράφο τόσο ζωντανός, τόσο ιδιαίτερος, τόσο φουτουριστικός και τόσο, επιτέλους «κουλ».

H Ruth E. Carter κάνει εξαιρετική δουλειά στα κοστούμια, μελετώντας εξονυχιστικά τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες της περιοχής. Η προσπάθειά της να δημιουργήσει «αφροφουτουριστικά» κοστούμια συνεισφέρει με τον καλύτερο τρόπο στο οπτικό αποτέλεσμα, ενώ μπροστά στα μάτια μας ζωντανεύει μια φανταστική πολιτεία, που συνδυάζει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το αγνό φυσικό τοπίο της περιοχής με την ιλιγγιώδη τεχνολογική ανάπτυξη, που δεν έχει επηρεάσει καθόλου την εσωτερική δομή της πόλης, σε σημείο που θα παρέπεμπε στις «φωτισμένες» πολιτείες της Εσπερίας. Έτσι, κατά τη διάρκεια της ταινίας παρατηρούμε τον βασιλιά να περπατά στα στενά, γεμάτα από κόσμο, εμπορικά δρομάκια της πόλης με τη Nakia (Lupita Nyong'o), χωρίς τίποτα να παραπέμπει στα δυτικά πρότυπα. Η Marvel αποκτά, έτσι, τη δική της Gotham City, η οποία, μάλιστα, έχει έναν εντελώς δικό της χαρακτήρα, χωρίς να «δυτικοποιείται» για να καταστεί δήθεν «φιλικότερη» στο κοινό.
Η επιλογή των χαρακτήρων είναι αρκετά εύστοχη. Μπορεί να πρόκειται για μια ταινία με μαύρο υπερήρωα, ωστόσο, ευτυχώς, οι δημιουργοί δεν πέφτουν στην παγίδα να παρουσιάσουν τους λευκούς αποκλειστικά ως φορείς του κακού. Τα θετικά και αρνητικά «πρόσημα» μοιράζονται – σκόπιμα – ανάμεσα σε λευκούς και μαύρους, με αποτέλεσμα να αίρεται κάθε απόπειρα κατηγοριοποίησης (ο T’Challa έχει ως σύμμαχο τον Αμερικανό πράκτορα Everett K. Ross – τον πάντα συμπαθή Martin Freeman- την ίδια ώρα που έχει να αντιμετωπίσει εσωτερικές και εξωτερικές απειλές τόσο από τον Ulysses Klaue - Andy Serkis- όσο και τον Erik Killmonger – Michael B. Jordan). Παράλληλα, η γυναίκα έρχεται, επιτέλους, στην πρώτη γραμμή της δράσης, χωρίς να τρέφει εμπεδωμένα σεξιστικά στερεότυπα, ανταποκρινόμενη έτσι σε μερίδα αντρικού – εφηβικού – κατά βάση κοινού που ικανοποιεί με αυτό τον τρόπο μανιωδώς και ένοχα σχεδόν τις ονειρωκτικές φαντασιώσεις του. Η γυναικεία παρουσία στο έργο είναι δυναμική, κατέχει εξειδικευμένες γνώσεις που σε άλλα έργα θα αποτελούσαν πρώτη ύλη για έναν ισχυρό ανδρικό ρόλο ενώ παρουσιάζει μια γενναιότητα που ξεπερνά σε πολλές περιστάσεις και αυτή των ανδρών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η Lupita Nyong'o στον ρόλο της δυναμικής Nakia και η απολαυστική Letitia Wright στον ρόλο της Shuri, την πιο διασκεδαστική πινελιά της ταινίας, που αποτυπώνει με εξαιρετική αληθοφάνεια τη σχέση μεταξύ αδελφών διαφορετικού φύλου.

Εν κατακλείδι, o Black Panther αποτελεί μια από τις καλύτερες ταινίες του είδους, όχι επειδή ξεφεύγει από τις χολιγουντιανές φόρμουλες παρόμοιων ταινιών, κάθε άλλο! Τις εκμεταλλεύεται στο έπακρο, όμως, με έναν τρόπο που τις αναβαθμίζει. Ο πολύ ιδιαίτερος κόσμος της φανταστικής Wakanda ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας, απεκδύεται τον σοβαροφανή ντοκιμαντεριστικό χαρακτήρα του, γίνεται η πρώτη ύλη για μια φανταστική ταινία δράσης, που μας ταξιδεύει σε μια ιδιαίτερη κινηματογραφική στιγμή που, ίσως, αλλάξει κάπως τα δεδομένα.

Ο Joe Robert Cole, ως παιδί έβλεπε διάφορες ταινίες με υπερήρωες και εμβληματικούς πρωταγωνιστές και στη συνέχεια φανταζόταν πως μετατρέπονταν όλοι αυτοί ξαφνικά σε μαύρους ήρωες με τους οποίους μπορούσε να ταυτιστεί. Αποκτούσε, έτσι, σε μια γωνία της φαντασίας του τον δικό του James Black ή Blackman. Η Sandra Bullock, από την άλλη, κάθε φορά που έπαιρνε στα παιδία της δώρο μια κούκλα-υπερήρωα αναγκαζόταν να βάφει με μπογιές το δέρμα τους, για να μπορέσουν, επιτέλους, τα παιδιά της να νιώσουν πως έχουν μια θέση σε όλη αυτή την περιοχή της παιδικής φαντασίας που είναι τόσο απαραίτητη και σημαντική, που, ωστόσο τους κρατούσε για χρόνια στο περιθώριο. Χρειάζεται να πω κάτι άλλο για το τι έχει καταφέρει επιτέλους ο Black Panther;